(Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, 25 Φεβρουαρίου 2007, ἐν τῷ ἱερῷ ναῷ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Παλαιᾶς Κοκκινιᾶς Πειραιῶς)

 

 

Ὅπως κάθε χρόνο, ἔτσι καί ἐφέτος, ἐτελέσαμεν τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας τήν λιτάνευσιν τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, τήν ἐπωφειλουμένην πρός τόν Θεόν εὐχαριστίαν, τιμῶντες τήν Ἁγίαν ἡμῶν Ὀρθοδοξίαν, ἀλλά καί τούς ἁγίους Πατέρας τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖοι περιεφρούρησον τήν Ὀρθόδοξον πίστιν μας.

Σήμερον ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει καί πανηγυρίζει καί θά ἔπρεπε νά κυριαρχεῖ μιά πανηγυρική ἀτμόσφαιρα. Ὅμως τήν ἐπισκιάζει ἕνα πένθος καί μία ἀνησυχία εἰς τάς ψυχάς μας. Διότι, κατόπιν ὅσων ἔλαβον χώραν τόν παρελθόντα Νοέμβριον εἰς τό Φανάρι, ἀλλά καί τόν Δεκέμβριον εἰς τήν Ρώμην, δέν ὑπάρχει πλέον καμμία ἀμφιβολία εἰς τό ὅτι τό φρούριον τῆς Ὀρθοδοξίας ἤρχισε νά παρουσιάζει ἐπικίνδυνα σημεῖα διαβρώσεως. Ἐξαιτίας τῶν αὐθαιρέτων ἐνεργειῶν τῶν πρωταγωνιστῶν, τῶν ὑπερμάχων τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς ψευδενώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖοι χαίροντες καί ἀγαλλιόντες ἤνοιξαν τάς ἀγκάλας των εἰς τόν αἴτιον τῆς διασπάσεως τοῦ Σώματος τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τουτέστιν εἰς τόν Παπισμόν. Μέ τήν πρόφασιν καί τήν δικαιολογίαν ὅτι εἶναι πλέον καιρός νά ἐξαλειφθῇ τό μέγα σκάνδαλον τοῦ σχίσματος, ὥστε ὅλοι νά ἑνωθοῦμε χάριν τῆς εἰρήνης, ἀλλά καί τοῦ ὁράματος τοῦ Δομήτορος τῆς Ἐκκλησίας Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ νά εἴμεθα ἕνα, ὅλοι εἰς αὐτόν πιστεύοντες.

Ὅμως αὐτό τό ὁποῖο συνέβη δέν ἦτο τίποτε ἄλλο, ἀλλά μία πρόφασις γιά νά πραγματοποιηθῇ ἡ ἐπί τόσους αἰῶνας ἐπιδίωξις τοῦ Παπισμοῦ νά ἐπανενωθεῖ ἡ Ἀνατολική Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μετ' αὐτοῦ. Ἀλλά τότε, ἀπό τό 1954 ὅπου ἤρχισεν τό σχίσμα καί ἐντεῦθεν, ὑπῆρχον μαχηταί τῆς Ὀρθοδοξίας, ὑπερασπισταί τῶν Παραδόσεων, μεταξύ

 

τῶν ὁποίων καί ὁ γενναῖος ὑπερασπιστής Ἐπίσκοπος Ἐφέσσου Μᾶρκος Εὐγενικός, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα σήμερον δέν θέλουν νά προφέρουν, ὁ ὁποῖος τότε ἔγινε αἰτία νά ματαιωθεῖ ἐκείνη ἡ προδοσία, ἀρνηθείς νά προσυπογράψει τήν ψευδένωσιν, βροντοφωνάξας: «Οὐ χωρεῖ συγκατάβασις εἰς τά τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως».

Καί μετά ἀπό τόσας προσπαθείας καί διαλόγους ἔρχονται πλέον οἱ φιλενωτικοί νά συμπράξουν εἰς αὐτήν τήν ἀνίερον συμμαχίαν εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας.

Νά εἴμεθα βέβαιοι, ἀγαπητοί, ὅτι σήμερον τρίζουν τά ὀστά τῶν ἁγίων Πατέρων τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἀλλά τρίζουν καί τά ὀστά τοῦ Μ. Βασιλείου, ὁ ὁποῖος ἄν σήμερον εὑρίσκετο ἀνάμεσά μας θά ἐπαναλάμβανε ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἔλεγε τότε: «Καταπεφρόνηνται τά τῶν Πατέρων δόγματα, ἀποστολικαί παραδόσεις ἐξουθένηνται, νεωτέρων ἀνθρώπων ἐφευρέματα ταῖς Ἑκλλησίαις πολιτεύεται».

Ἀσφαλῶς οἱ ὑπέρμαχοι τῆς ψευδενώσεως Ὀρθόδοξοι Ἱεράρχες μας, ἔχουν τήν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ πιστός Ὀρθόδοξος λαός μαζί μέ τόν πιστόν κλῆρον πρόκειται νά καταπιῇ αὐτό τό χρυσωμένο χάπι, τό ὁποῖο μᾶς  προσφέρουν. Ἕνα χάπι, τό ὁποῖον φέρει τήν ὀνομασίαν: Ἡ προσέγγισις πρός τήν Ρωμαιοκαθολικήν Ἐκκλησίαν εἶναι διάλογος ἀγάπης καί συνεργασίας, χάριν τῆς εἰρήνης καί ὅλα ἐκεῖνα τά ἐν προφάσεις καί ἐν ἁμαρτίαις λεχθέντα.

Ἐδῶ ὅμως θέ πρέπει νά γίνει διαχωρισμός, διότι ἄλλο πρᾶγμα εἶναι νά ἔχωμεν κοινωνικάς ἐπαφάς μετά τῶν ἑτεροδόξων καί ἄλλο πρᾶγμα εἶναι αὐταί αἱ κοινωνικαί ἐπαφαί μας νά γίνωνται καί λατρευτικαί ἐπαφαί καί συνάξεις. Νά συγχοροστατοῦν Ὀρθόδοξοι Ἱερᾶρχαι μετά τοῦ Πάπα Ρώμης. Νά τόν προσφωνοῦν ἁγιώτατε    Πάτερ. Νά δίδουν ἀσπασμό τῆς ἀγάπης ἐν ὥρᾳ Θείας Λειτουργίας. Νά προσφέρουν εἰς τόν Πάπαν τιμητικήν θέσιν καί να τοῦ ψάλλουν καί πολυχρόνιον, τό ὁποῖοο, ὡς λέγεται, συνέταξαν Ἁγιορεῖται μοναχοί. Καί τέλος νά ἀνταλλάσσουν δῶρα, δίδοντες εἰς τόν Πάπα Ἅγιον Ποτήριον μέ τήν εὐχήν νά ἔλθει ἡ ἡμέρα νά μετέχωμεν ἐκ τοῦ κοινοῦ Ποτηρίου.

Ὅλα αὐτά, ἀγαπητοί μου, τί σημαίνουν; Σημαίνουν καί εἶναι ἡλίου φαεινότερον ὅτι κάτω ἀπό τό τραπέζι, εἶναι πλέον ἕτοιμοι νά προχωρήσουν σ' αὐτήν τήν ψευδένωσιν.

Ἀλήθεια, ἀγαπητοί μου, πόσον ἄλλαξαν οἱ καιροί! Τότε ὑπῆρχον ζηλωταί Ἱερᾶρχαι, ἕτοιμοι νά ὁδηγηθοῦν εἰς τήν ἐξορίαν. Ἕτοιμοι νά θυσιάσουν καί αὐτήν ἀκόμη τήν ζωήν των καί τό θρόνο των ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Σήμερον ὅμως ἐξαιτίας τῆς παγκοσμιοποιήσεως, τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ, ἀλλά καί τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος, ὁ ζῆλος ἀπό φλογερός κατήντησε χλιαρός. Τί λέγω, ἤρχισε ἤδη νά παγώνει.

Τότε οἱ ἀγωνισταί Ἱερᾶρχαι ἐφύλασσον θερμοπύλας, ἀμετακίνητοι καί ἄγρυπνοι φρουροί ἐπί τῶν ἐπάλξεων.

Σήμερον ὅμως οἱ φιλενωτικοί Οἰκουμενισταί Ὀρθόδοξοι Ἱερᾶρχαι, συμφύρονται μέσα εἰς τήν Βαβυλῶνα, δηλαδή εἰς τό λεγόμενον Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν. Καί μάλιστα νά ἔχωμεν καί ἕναν Ὀρθόδοξον Ἱεράρχην ὡς Πρόεδρον αὐτοῦ τοῦ Συμβουλίου, καί ὁ ὁποῖος νά βροντοφωνάζει μέ ἐνθουσιασμόν: «Χριστιανοί, ἑνωθεῖτε»!

Τότε οἱ Ὀρθόδοξοι Ἱερᾶρχαι εἶχον τό σύνθημα: «Ἡ Ὀρθοδοξία, χθές καί σήμερον, ἡ αὐτή καί εἰς τούς αἰῶνας».

Σήμερον ὅμως τό σύνθημα τῶν  ἐκμοντερνιστῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστῶν εἶναι: «Πέρασε πλεον αὐτή ἡ ἐποχή, ἄλλαξαν οἱ καιροί. Σήμερον ἔχομεν φιλενωτικούς Ὀρθοδόξους Ἱεράρχας, οἱ ὁποῖοι, ὅπως μή φανῶσι ὀπισθοδρομικοί, εὑρίσκουν καί θεωροῦν τάς διαφοράς, αἱ ὁποῖαι  μᾶς χωρίζουν , ὡς ἀνωφελεῖς καί παρωχημένας.

Τότε ὅλοι ἀνησυχοῦσαν. Σήμερον ὅμως οἱ φιλενωτικοί Ὀρθόδοξοι Ἱερᾶρχαι, θεωροῦν ὅλα αὐτά μέγα σκάνδαλον καί τεῖχος τοῦ αἴσχους.

Ἀλλά ἐδῶ, ἀγαπητοί μου, θέλω νά ἀκούσετε ἐκεῖνον τόν ἀείμνηστον ἁγιογράφον, τόν φλογερόν Ὀρθόδοξον, τόν Φώτιον Κόντογλου, ὁ ὁποῖος μέ πόνον ἔλεγε: «Τώρα ὅπου τά μυαλά γινήκανε φαρδιά καί καταγίνονται μέ ἄλλα κοσμοϊστορικά πράγματα, θά καθόμαστε νά κοιτάζουμε παπάπδες καί ὀρθοδοξίες; Μά αὐτούς, δηλ. τούς φιλενωτικούς Ὀρθοδόξους οίκουμενιστάς, δέν τούς μέλλει ἄν ἐξαφανιστεῖ ἀπό τόν κόσμον κάθε Ἑλληνικόν πρᾶγμα. Καί θά ἐξαφανισθεῖ ὄχι τόσο εὔκολα μέ τόν... ἀμερικανισμό πού πάθαμε, ὅσον ἐάν γίνωμεν στή θρησκεία Παπικοί. Διότι, γιά ἐκεῖ πᾶμε. Καί παπική Ἑλλάδα, θά πεῖ ἐξαφάνισις τῆς Ἑλλάδος. Καί μέ αύτές τίς ἐρωτοτροπίες πού ἀρχίσανε κάποιοι δικοί μας κληρικοί μέ τούς Παπικούς, ἡ αἰτία εἶναι τό ὅτι δέν νιώσανε τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία ὁλότελα, παρ' ὅλον πού εἶναι Δεσποτᾶδες.

Πικρόχολα τά λόγια τοῦ Κόντογλου, μά ὅμως ἀληθινά, ἀγαπητοί μου. Ὄχι· πῶς εἶναι δυνατόν ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι παραμένομεν ἀμετακίνητοι, ἡμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, νά συμπορευθῶμεν ὀπίσω τῶν οἰκουμενιστῶν, ἀνεχόμενοι αύτήν τήν προδοσίαν.

Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἑνωθῶμεν μετά τοῦ Παπισμοῦ καί μέ κάθε καρυδιᾶς καρύδια του; Πῶς εἶναι δυνατόν νά γίνωμεν ἕνα μέ ἐκείνους τούς Προτεστάντας, οἱ ὁποῖοι, ἐκτός τῶν κακοδοξιῶν, προσέβαλον τόν Δομήτορα τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἐξέλεξε τότε ὡς Ἀποστόλους του δώδεκα ἄνδρας, καί σήμερον νά χειροτονοῦν παπαδῖνες καί δεσποτῖνες;

Ἄς ἀκούσωμε τί λέει καί ἕνας ἄλλος Ὀρθόδοξος γνήσιος Ἕλλην. Ὁ Ἀλέξανδρος Καλομοίρης. «Αὐτή ἡ ἐπιχειρουμένη ψευδένωσις, εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος ἐξουδετερώσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, τόν ὁποῖον ἀνεκάλυψεν ἡ παράταξις τοῦ διαβόλου. Εἶναι ἡ ἀρχή τοῦ ξευτίσματός του καί ἡ ὑποταγή του στά θελήματα τῆς πολιτικῆς. Μέ τέτοιαν ἕνωσιν, ἴσως ὁ Χριστιανισμός νά ἀποκτήσει μεγάλη κοσμικήν ἰσχύν, θά χάσει ὅμως ὅλην τήν πνευματικήν του δύναμιν, αὐτήν ἀκριβῶς ἡ ὁποία ἐνοχλεῖ τόν κόσμον. Μήπως αὐτό δέν ἔγινε μέσα στήν Ρωμαιοκαθολικήν «ἐκκλησίαν»;

Ἡ δίψα τῶν Παπῶν διά κοσμικήν ἰσχύν, τούς ἔκαμε νά κατέβουν στόν στίβον τῶν πολιτικῶν ἐλιγμῶν, ἀπ' ὅπου ἐβγῆκαν ὑπηρέται τῶν μεγάλων πολιτικῶν ρευμάτων.

Ἑορτάζομεν, ἀγαπητοί μου, ἡμεῖς, παρ' ὅλα αὐτά,  ἑορτάζομεν καί πανηγυρίζομεν. Ἑορτάζει σήμερον ἡ Μία, Ἁγία, Κααθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, τιμῶσα τούς ἐξαιρέτους ἀγῶνας ὅλων ἐκείνων τῶν γενναίων Ὀρθοδόξων Ἱεραρχῶν, διά τήν κατοχύρωσιν καί περιφρούρησιν τῶν τῆς ἀληθείας δογμάτων. Ἑορτάζει σήμερον ἡ Ὀρθοδοξία, διότι κατόρθωσε νά σταθῇ τό προπύργιον τοῦ Χριστιανισμοῦ, καί ὅλοι ἡμεῖς σήμερον οἱ ἑορταστές δίδομεν τόν ὅρκον ὅτι θά παραμείνομεν πιστοί, ἀκλόνητοι καί ἀσυμβίβαστοι ὑπερασπισταί τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Διότι αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων. Αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων. Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων. Αὕτη ἡ  πίστις τήν οἰκουμένην ἐστήριξεν.

Ἐάν λοιπόν οἱ πρωταγωνισταί καί οἱ ὑπέρμαχοι αὐτῆς τῆς ψευδενώσεως Ἱερᾶρχαι εἶναι ὄντως Ὀρθόδοξοι, τότε σήμερον ἄς μᾶς ἀνακοινώσουν ὅτι θά ἐγκαταλείψουν τό Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἐάν ὅμως ἐπιμείνουν, τότε θά ἀποδείξουν ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἔλεγεν ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος: «Ἐξ ἡμῶν ἐξῆλθον, ἀλλ' οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν...» (Α΄Ἰωάνν. β΄, 19).

Εἶναι εὐτύχημα καί παρήγορος ἐλπίς, ὅτι μαζί μέ τόν ἱερόν κλῆρον ὑπάρχουν καί πολλοί Ἱερᾶρχαι, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουν τήν άντίθεσίν των καί τήν ἀνησυχίαν των. Ὅμως, εἶναι κλεισμένοι στά παρασκήνια. Εἶναι ὅμως καιρός, καί τό ζητεῖ ὁ ἀγωνιῶν Ὀρθόδοξος λαός, νά δώσουν τήν μαρτυρίαν των ἐπί του προσκηνίου, μπροστά σέ ὅλους, χωρίς φόβον καί χωρίς πάθος, μέ ὁποιοδήποτε κόστος καί ἄν εἶναι αὐτό, ὥστε μέ τήν θαρραλέαν μαρτυρίαν των, ἔχοντας σύμμαχον ὄχι μόνον τόν Δομήτορα τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά καί τόν πιστόν Ὀρθόδοξον λαόν, νά ματαιωθεῖ αὐτή ἡ μεγάλη προδοσία. Διότι οἱ πρωταγωνισταί Ὀρθόδοξοι οἰκουμενισταί Ἱερᾶρχαι, εἰς μίαν κατάλληλον στιγμήν θά μᾶς ξεφουρνίσουν ὡς τετελεσμένο γεγογονός αὐτήν τήν ψευδένωσιν.

Ἐμεῖς σήμερον ὅμως, μαζί μέ τόν ἑορτασμόν μας, ὅλοι μας ἄς ἐπαναλάβωμεν ὡς δίκην ὅρκου τόν ὕμνον τόν ὁποῖον ἔγραψε ὁ Ἰωσήφ ὁ Βρυέννιος πρός τήν Ὀρθοδοξίαν: «Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία· οὐ ψευσόμεθά σου πατροπαράδοτον σέβας· ἐν σοί ἐγεννήθημεν, καί σοί ζῶμεν, καί ἐν σοί κοιμηθησόμεθα· εἰ δέ καλέσει καιρός, καί μυριάκις ὑπέρ σοῦ τεθνηξόμεθα». Ἀμήν.