Εκκλησιαστική Ιστορία
Λίγα χρόνια μετά τόν θάνατο τοῦ Διοκλητιανοῦ, οἱ διωγμοί κατά τῶν Χριστιανῶν σταμάτησαν. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἔρχεται σέ συμφωνία μέ τόν συνάρχοντά του στήν Ἀνατολή Λικίνιο καί ἐκδίδουν ἀπό κοινοῦ τό Διάταγμα τοῦ Μεδιολάνου (313 μ.Χ.), διά τοῦ ὁποίου οἱ Χριστιανοί μποροῦσαν ἐλεύθερα νά ἔχουν τή Θρησκεία τους καί νά ἀσκοῦν ἀνεμπόδιστοι τή λατρεία τους.
«Ἡμεῖς ὁ Κωνσταντῖνος καί ὁ Λικίνιος - ἔγραφε τό Διάταγμα -... ἀποφασίζομε νά χορηγήσωμεν εἰς τούς Χριστιανούς καί εἰς ὅλους τούς ἄλλους τήν ἐλευθερίαν νά ἀσκοῦν τήν Θρησκείαν, τήν ὁποία προτιμοῦν... Ἁρμόζει εἰς τήν γαλήνην, τήν ὁποίαν ἀπολαύει ἡ αὐτοκρατορία, ἡ ἐλευθερία νά εἶναι πλήρης δι΄ὅλους τούς ὑπηκόους μας, νά λατρεύσουν τόν Θεόν τῆς ἐκλογῆς των καί καμμία Θρησκεία νά μή στερεῖται τῶν ὀφειλομένων πρός αὐτήν τιμῶν...».
Ὅταν σταμάτησαν οἱ διωγμοί καί ὁ Χριστιανισμός ἐτέθη ὑπό τήν προστασία τοῦ κράτους, παρουσιάσθηκε ἄλλος σοβαρός κίνδυνος τῆς ἐσωτερικῆς εἰρήνης καί ἀναπτύξεως τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ κίνδυνος αὐτός εἶναι οἱ αἱρετικές διδασκαλίες, οἱ ὁποῖες συντάραξαν τήν Ἐκκλησία γιά πολλούς αἰῶνες. Αὐτές τίς φοβερές αἱρέσεις, καταπολέμησε ἡ Ἐκκλησία μέ τίς Οἰκουμενικές Συνόδους.
Οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι συνεκαλοῦντο ἀπό τούς αὐτοκράτορες μέ δική τους πρωτοβουλία ἤ μέ τήν ὑπόδειξη τῆς Ἐκκλησίας ὅταν παρουσιάζονταν σοβαρά ζητήματα, τά ὁποῖα δέν μποροῦσαν νά ἐπιλύσουν τοπικές ἤ ἐπαρχιακές σύνοδοι. Τέτοια ζητήματα ἦταν πρωτίστως ὅσα ἀναφέρονταν στίς θεμελιώδεις ἀρχές τῆς πίστης, δηλ. στά δόγματα.
Ὀνομάστηκαν Οἰκουμενικές, διότι στίς συνόδους αὐτές λάμβαναν μέρος Ἐπίσκοποι ἀλλά καί ἄλλων βαθμῶν κληρικοί ἀπ' ὅλο τόν τότε γνωστό κόσμο, ἀπ' ὅλες τίς
τοπικές Χριστιανικές Ἐκκλησίες, ἀντιπροσωπεύοντας ἔτσι ὁλόκληρο τό σῶμα τὴς Ἐκκλησίας.
Ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος ἀποτελεῖ τήν ἀνωτάτη ἐκκλησιαστική ἀρχή καί οι ἀποφάσεις της εἶναι ὑποχρεωτικές γιά ὅλους τούς πιστούς Χριστιανούς. Οἱ ἀποφάσεις γιά τά δογματικά ζητήματα ἔπρεπε νά λαμβάνονται ὁμόφωνα καί ὀνομάζονται Δόγματα. Ἄν τυχόν κάποιοι διαφωνοῦσαν κηρύσσονταν αἱρετικοί καί ἀποκλείονταν ἔτσι ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας (ἀφορίζονταν).
Οἱ ἀποφάσεις τώρα πού ἀναφέρονταν σέ ζητήματα διοικήσεως ἤ λατρείας καί τάξεως, λαμβάνονταν κατά πλειοψηφία καί όνομάζονται Ἱεροί Κανόνες.
Τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἐπεκύρωναν οἱ Ὀρθόδοξοι αὐτοκράτορες καί ἔτσι ἀποτελοῦσαν κατά κάποιο τρόπο νόμους τοῦ κράτους.
Ἐπισήμως ἔχουν ἀνακηρυχθεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία Ἑπτά Οἰκουμενικές Σύνοδοι, ὅλες κατά τή βυζαντινή περίοδο καί ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια, πρός καταπολέμηση διαφόρων αἱρέσεων.
Η ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΙΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ
α) Ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος καί ἡ αἵρεσις τοῦ Ἀρείου.
Ὁ Ἄρειος ἦταν πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καί γύρω στό ἔτος 318 ἄρχισε νά διδάσκει ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι Θεός, ὅπως ὁ Πατήρ, ἀλλά κτίσμα τοῦ Πατέρα, πού τόν δημιούργησε πρίν ἀπό τή δημιουργία τοῦ κόσμου. Αὐτή ἦταν ἡ βασική διδασκαλία τοῦ Ἀρείου καί ὅπως ἦταν φυσικό καί ἑπόμενο, ἔφερε πολύ μεγάλη ἀναστάτωση στήν Ἐκκλησία, διότι ἦταν ἄκρως ἀντίθετη ἡ Ἐκκλησία μας, κατά τήν ὁποία, ὁ Υἱός ὑπῆρχε πάντοτε μαζί μέ τόν Πατέρα ὡς ὁμούσιος τῷ Πατρί.
Ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος, συνεκάλεσε τοπική σύνοδο, ἡ ὁποία καταδίκασε τήν ἀρειανική διδασκαλία, ἀλλά ὁ Ἄρειος ἐξακολούθησε νά ταράζει τήν Ἐκκλησία μέ τή φοβερή κακοδοξία.
Ὁ Αὐτοκράτορας Κων/νος ὁ Μέγας, συγκάλεσε τό ἔτος 325 στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας τήν πρώτη Οἰκουμενική Σύνοδο. Οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου ἄρχισαν στίς 14 Ἰουνίου καί ἔληξαν στίς 25 Αὐγούστου τοῦ 325. Στή Σύνοδο αὐτή συνῆλθαν 318 Θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου μεταξύ αὐτῶν διακρίνονταν ὁ Ἅγιος Νικόλαος Ἀρχιεπίσκοπος Μύρων τῆς Λυκίας, ὁ Ἅγιος Σπυρίδων Ἐπίσκοπος Τριμυθούντος τῆς Κύπρου, καί ὁ νεαρός τότε διάκονος Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος κατέπληξε τήν Σύνοδο μέ τήν πολυμάθεια καί τήν θεολογική του σοφία.
Στή Σύνοδο παρέστη ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας Κων/νος μαζί μέ τήν μητέρα του Ἁγία Ἑλένη.
Τήν ἐποχή ἐκείνη Πἀπας Ρώμης ἦταν ὁ Ἅγιος Σίλβεστρος, ὁ ὁποῖος ἀπουσίαζε ἀπό τίς έργασίες τῆς Συνόδου καί ἀντιπροσωπευόταν ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Κορδούης Ὅσιο καί τούς πρεσβυτέρους τῆς Ρώμης Βίτωνα καί Βικέντιο.
Οἱ παριστάμενοι Πατριάρχες ἦταν: Ὁ Κων/πόλεως Ἀλέξανδρος, ὁ ὁποῖος καί προήδρευσε τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁ Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος, ὁ Ἀντιοχείας Εὐστάθιος καί ὁ Ἱεροσολύμων Μακάριος.
Ἡ Σύνοδος καταδίκασε τόν Ἄρειο ὡς αἱρετικό καί τόν ἀφώρισε. Ὥρισε ὅτι ὁ Υἱός εἶναι Θεός ἀληθινός, ὅπως καί ὁ Πατέρας, «ὁμοούσιος τῷ Πατρί» καί συνέταξε τά ἑπτά πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Ὡρίσθηκε ἐπίσης ἀπό τή Σύνοδο ὅτι τό Πάσχα πρέπει νά ἑορτάζεται τήν πρώτη Κυριακή μετά τήν Πανσέληνο τῆς ἑαρινῆς ἰσημερίας καί μετά τό Πάσχα τῶν Ἑβραίων.
Οἱ Ἀρειανοί, ἄν καί καταδικάσθηκαν, ἐξακολουθοῦσαν γιά ἕνα σχεδόν αἰῶνα νά ταράσσουν τήν Ἐκκλησία καί πολύ χριστιανικό αἷμα χύθηκε ἐξ αἰτίας τους σέ στάσεις καί ταραχές.
Τέλος ἡ Ἁγία Σύνοδος ἐξέδωσε 20 ἱερούς κανόνες.
β) Ἡ Β΄Οἰκουμενική Σύνοδος (381)
Τήν Ἁγία αὐτή Σύνοδο συγκάλεσε ὁ Αὐτοκράτορας Θεοδόσιος ὁ Μεγάλος καί συνῆλθε στήν Κων/πολη τό ἔτος 381 ὑπό τήν προεδρία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὁ ὁποῖος, στή συνέχεια, ἔγινε Ἀρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως.
Ἔλαβαν μέρος 150 Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι, Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, καί 36 Ἐπίσκοποι Μακεδονιανοί (ὀνομάστηκαν Μακεδονιανοί ἀπό τό ὄνομα τοῦ άρχηγοῦ τους Μακεδονίου).
Ἡ Σύνοδος ὅρισε ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι τό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας τριάδος. Εἶναι Θεός ἀληθινός, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Πατήρ και ὁ Υἱός, Ὁμοούσιο. Ἐπίσης ἡ Σύνοδος, συμπλήρωσε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως μέ τά πέντε τελευταῖα ἄρθρα του καί τέλος καταδίκασε τόν Μακεδόνιο Πατριάρχη Κων/πόλεως, Σαβέλλιο, Φωτεινό, Εὐνόμιο, Ἀέτιο, Μάρκελλο, Παῦλο Σαμοσατέα, Ἀπολλινάριο Ἐπίσκοπο Λαοδικείας, κ.ἄ Πνευματομάχους καί γιά ἀκόμα μία φορά καταδικάστηκε ὁ Ἄρειος.
Οἱ παριστάμενοι Πατριάρχες ἦταν: Ὁ Ἀντιοχείας Μελέτιος, ὁ ὁποῖος καί προήδρευσε μετά τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, ὁ Κων/πόλεως Νεκτάριος, ὁ Ἀλεξανδρείας Τιμόθεος Α΄καί ὁ Ἱεροσολύμων Κύριλλος Α΄.
Ὁ Πάπας Ρώμης Δάμασος Α΄(336-384) ἦταν ἀπών, ἀλλά ἀναγνώρισε τό κῦρος τῆς Συνόδου καί συνυπέγραψε τίς ἀποφάσεις της.
Οἱ Γ΄και Δ΄Οἰκουμενικές Σύνοδοι (431-451)
Οἱ δύο αὐτές Σύνοδοι, διατύπωσαν σέ δόγμα τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος καί ὅτι οἱ δύο αὐτές φύσεις εἶναι ἑνωμένες στόν Ἰησοῦ Χριστό, ἀδιαιρέτως καί ἁρμονικῶς. (Ἀσυγχύτως, ἀδιαιρέτως -ἀτρέπτως, ἀχωρίστως).
γ) Ἡ Γ΄Οἰκουμενική Σύνοδος (431)
Συγκλήθηκε ἀπό τίς 22 Ἰουνίου μέχρι 30 Ἰουλίου τοῦ 431 στήν Ἔφεσο, έντός τοῦ ναοῦ τῆς βασιλικῆς τῆς Παναγίας, ἀπό τόν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο τόν Μικρό.
Συμμετείχαν 200 Ἐπίσκοποι, ἀνάμεσα στούς ὁποίους οἱ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Ἐφέσου Μέμνων, Κύπρου Ρηγῖνος, Θεσσαλονίκης Ἀγόλιος, Φιλίππων (Μακεδονίας) Φλαβιανός, Ἀγκύρας Θεόδωρος κ.ἄ.
Πάπας Ρώμης ἦταν τή χρονική ἐκείνη περίοδο ὁ Κελεστῖνος Α΄(423-432), ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπευόταν ἀπό τόν Ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, καί στή συνέχεια ἀπό τούς Ἐπισκόπους Ἀρκαδιο καί Προϊέκτο καί τόν πρεσβύτερο Φίλιππο.
Πρόεδρος ἦταν ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας.
Ἡ Σύνοδος αὐτή ἀσχολήθηκε μέ τίς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ, τήν θεία καί τήν άνθρωπίνη.
Καταδίκασε τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο Κων/πόλεως Νεστόριο, ὁ ὁποῖος ὑποστήριζε ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία, γέννησε τόν Χριστόν ἄνθρωπον καί μετά τή γέννηση ἑνώθηκε μέ τόν Χριστόν ἄνθρωπο ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτό καί ὀνόμαζε τήν Παναγία Χριστοτόκον καί ὄχι Θεοτόκον. Ἀκόμα ἡ Σύνοδος ὅρισε, ὅτι, ὀρθῶς ἡ Παναγία ὀνομάζεται Θεοτόκος, διότι γέννησε τόν Χριστόν Θεόν.
Τέλος ἀπό τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἐκδόθηκαν ὀκτώ ἱεροί κανόνες.
δ) Ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (451)
Ἡ Ἁγία Δ΄Οἰκουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε στήν Χαλκηδόνα τό ἔτος 451, ἀπό τίς 8 Ὀκτωβρίου μέχρι 1η Νοεμβρίου. Τή συγκροτοῦσαν 630 Θεοφόροι Πατέρες, μεταξύ τῶν ὁποίων καί οἱ Καισαρείας Θαλάσσιος, Ἐφέσου Στέφανος, Ἀγκύρας Εὐσέβιος, Σελευκείας Βασίλειος κ.ἄ.
Αὐτοκράτορες ἦταν οἱ Ἅγιοι Μαρκιανός καί Πουλχερία.
Πάπας Ρώμης ἦταν ὁ Ἅγιος Λέων Α΄ τόν ὁποῖο ἀντιπροσώπευαν οἱ Ἐπίσκοποι Πασχάνιος, Λουκέντιος καί Ἰουλιανός καί οἱ πρεσβύτεροι Βονιφάτιος καί Βασίλειος.
ἡ Σύνοδος αὐτή ἐξέδωσε ὅρον Δογματικόν περί τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων.
Καταδίκασε τήν ἀντίθετη πρός τήν Νεστοριανική, αἱρετική διδασκαλία τοῦ Εὐτυχοῦς, ὁ ὁποῖος ἦταν πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κων/πόλεως καί δίδασκε ὅτι ὁ Χριστός εἶχε μόνο μία φύση, τήν θεία. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἔλεγε ὁ Εὐτυχής, ἀπορροφήθηκε ἀπό τήν θεία καί ἑπομένως ὁ Χριστός ὑπῆρξε μόνο Θεός καί φαινομενικῶς ἄνθρωπος.
Οἱ ὁπαδοί τοῦ Εὐτυχοῦς, ὀνομάστηκαν Μονοφυσίτες.
Μετά τήν καταδίκη τους ἀπό τήν Σύνοδο, ἐπέμειναν στή φοβερή τους αἵρεση καί ἔγιναν ἀφορμή πολλῶν ταραχῶν. Τελικῶς ἀποχωρίστηκαν, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καί ὑποστηριχθέντες ἀργότερα ἀπό τούς Ἄραβες, ἀποτέλεσαν δικές τους «'Εκκλησίες». Τέτοιες «Ἐκκλησίες» εἶναι οἱ Μονοφυσιτικές τῶν Ἰακωβιτῶν τῆς Συρίας καί Παλαιστίνης, τῶν Ἁρμενίων, τῶν Κοπτῶν τῆς Αἰγύπτου καί τῆς Ἀβησσυνίας.
Ἡ Ἁγία Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, καταδίκασε τούς ἀρχιμ. Εὐτυχῆ καί τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας τῶν Μονοφυσιτῶν Διόσκορο.
Τέλος ἐξέδωσε 30 ἱερούς κανόνες.
ε) Ἡ Ε΄Οἰκουμενική Σύνοδος (553)
Ἡ Ε΄Οἰκουμενική Σύνοδος συνεκλήθη ἀπό τόν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό στήν Κων/πολη τό ἔτος 553 ἀπό τόν Μάϊο μέχρι τίς 4 Ἰουνίου.
Συμμετεῖχαν σέ αὐτήν 150 Θεοφόροι Πατέρες.
Πάπας Ρώμης ἦταν ὁ Βιγίλιος (538-555), ὁ ὁποῖος ἦταν ἀπών ἀπό τίς ἐργασίες τῆς Συνόδου, πλήν ὅμως στό τέλος συνυπέγραψε τίς άποφάσεις.
Παριστάμενοι Πατριάρχες ἦταν: Ὁ Κων/πόλεως Εὐτύχιος, ὁ ὁποῖος ἦταν και Πρόεδρος τῆς Συνόδου, ὁ Ἀλεξανδρείας Ἀπολλινάριος, ὁ Ἀντιοχείας Δόμνος Γ΄, καί ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Εὐστόχιος.
Ἡ Σύνοδος ἐξέδωσε ὅρον Δογματικόν περί τῆς ὀρθῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας καί καταδίκασε πάλι τόν Μονοφυσιτισμό καί ἄλλες αἱρετικές δοξασίες, οἱ ὁποῖες ὑπῆρχαν σέ βιβλία ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων τῆς ἐποχῆς αὐτῆς.
Καταδίκασε ἐπίσης τόν Ὠριγένη καί τά λεγόμενα «Τρία Κεφάλαια».
Ἡ Ε΄Οἰκουμενική Σύνοδος δέν ἐξέδωσε ἱερούς κανόνες.
στ) Ἡ ΣΤ΄Οἰκουμενική Σύνοδος (680)
Ἡ ΣΤ΄Οἰκουμενική Σύνοδος συνῆλθε ἐπίσης στήν Κων/πολη τό 680-1 ἐπί αὐτοκράτορος Κων/νου τοῦ Πωγωνάτου (7 Νοεμβρίου 680 - 16 Σεπτεμβρίου 681).
Συμμετεῖχαν σ' αὐτήν 150 Θεοφόροι Πατέρες (σύμφωνα μέ ἄλλες πηγές 170 ἤ καί 289).
Ὁ Πάπας Ρώμης ἦταν ἀπών καί ἀντιπροσωπεύθηκε ἀπό τούς πρεσβυτέρους Θεόδωρο καί Γεώργιο καί τόν διάκονο Ἰωάννη.
Παρίσταντο οἱ Πατριάρχες: Κων/πόλεως Ταράσιος, ὁ ὁποῖος καί προήδρευσε τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Συνόδου καί οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἰεροσολύμων.
Ἐξέδωσε ὅρον Δογματικόν περί τῶν δύο θελήσεων, τῆς θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης, καί καταδίκασε τήν αἵρεση τῶν Μονοθελητῶν, τῆς ὁποίας κύριος ὁπαδός ἦταν ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης Ὁνώριος.
Κατά τούς Μονοθελῆτες ὁ Χριστός εἶχε μέν θεία καί ἀνθρωπίνη φύση, ἀλλ' ἐπειδή οἱ δύο φύσεις ἦταν ἑνωμένες σέ ἕνα πρόσωπο, τοῦτο εἶχε μία μόνο θέληση καί ἐνέργεια, τήν θεία ἀπό τήν ὁποία ἀπορροφήθηκε ἡ ἀνθρωπίνη.
Ἡ Σύνοδος διακήρυξε ὅτι ὅπως ὑπάρχουν δύο φύσεις στόν Χριστό, ἡ θεία καί ἡ ἀνθρωπίνη, ἔτσι ὑπάρχουν καί δύο θελήσεις («δύο φυσικά θελήματα οὐχ ὑπεναντία»), ἡ ἀνθρωπίνη ὅμως θέλησις, ὑποτάσσεται στή θεία.
Ἡ ΣΤ΄Οἰκουμενική Σύνοδος καταδίκασε τόν Πάπα Ρώμης Ὁνώριο καί ἐπίσης τούς Σέργιο, Πύρρο, Παῦλο καί Πέτρο, Πατριάρχες Κων/πόλεως οἱ ὁποῖοι εἶχαν ξεπέσει στήν αἵρεση τοῦ Μονοθελητισμοῦ.
Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος (691-692)
Ἡ λεγομένη Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος, συνῆλθε κατά τό 691-692 στήν Κων/πολη ἀπό 1η Σεπτεμβρίου 691 - 31 Αὐγούστου 692 καί συγκλήθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό Β΄τόν Ρινότμητο (685-695).
Πάπας Ρώμης ἦταν ὁ Σέργιος Α΄(687-701) ὁ ὁποῖος ἦταν ἀπών ἀπό τίς ἐργασίες τῆς Συνόδου. Ἐκπροσωπήθηκε ἀπό τους δύο ἀποκρισαρίους του στήν Κων/πολη καί τελικῶς ἀπέρριψε τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου.
Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Συνόδου ἦταν ὁ Κων/πόλεως Παῦλος.
Ἐπειδή συνεδρίαζε ἡ Σύνοδος σέ μία αἴθουσα τοῦ Παλατίου, ἡ ὁποία στεγαζόταν μέ θόλο (τροῦλλο), λέγεται καί ἡ ἐν Τρούλλῳ Σύνοδος.
Ἡ Σύνοδος αὐτή δέν ἀσχολήθηκε μέ δογματικά θέματα, ἀλλά μέ τήν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, γι' αὐτό καί ἐξέδωσε 102 ἱερούς κανόνες περί τῆς ἐκκλησιαστικῆς γενικῶς εὐταξίας (διοικήσεως, λατρείας καί πειθαρχίας).
Θεωρεῖται συμπλήρωσις τῆς Ε΄καί τῆς ΣΤ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γι' αὐτό καί ὀνομάζεται Πενθέκτη.
ζ) Ἡ Ζ΄Οἰκουμενική Σύνοδος (787)
Ἡ Ζ΄Οἰκουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας, στόν ἱερό ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας, τό ἔτος 787, ἀπό τίς 24 Σεπτεμβρίου, ἕως 13 Ὀκτωβρίου ἀπό τήν αὐτοκράτειρα Εἰρήνη τήν Ἀθηναία (780-802) καί τόν υἱόν της Κων/νο τόν ΣΤ΄.
Συμμετεῖχαν 360 Θεοφόροι Πατέρες.
Τόν Πάπα Ἀδριανό Α΄(771-795) τόν ἐκπροσωποῦσαν οἱ Πέτρος, οἰκονόμος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης καί Πέτρος, ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα.
Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Συνόδου ἦταν ὁ Ἅγιος Ταράσιος, Πατριάρχης Κων/πόλεως καί συμμετεῖχαν διά τῶν ἀντιπροσώπων τους οἱ Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἰεροσολύμων.
Ἐκδόθηκε ὅρος Δογματικός, τοῦ ὁποίου βάσις ἦταν τά σχετικά συγγράμματα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, περί τῆς ἀναστηλώσεως καί τῆς τιμητικῆς προσκυνήσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων καί τῶν προσώπων πού είκονίζονται σ' αὐτές ( ἡ τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει), καί ὄχι τῆς λατρείας αὐτῶν, ἡ ὁποία λατρεία ἀνήκει μόνο στήν Ἁγία τριάδα.
Στή Σύνοδο αὐτή καταδικάστηκαν οἱ δυσσεβεῖς εἰκονομάχοι, οἱ ὁποῖοι ἀναθεματίστηκαν καί μάλιστα οἱ Ἀναστάσιος, Κων/νος καί Νικήτας, οἱ ὁποῖοι ἐπί τῶν εἰκονομάχων αὐτοκρατόρων ἐχρημάτισαν ψευδοπατριάρχες Κων/πόλεως.
Τέλος ἡ Ζ΄Οἰκουμενική Σύνοδος ἐξέδωσε 22 ἱερούς κανόνες.
Ἡ ἀπόφασις τῆς Ζ΄Οἰκ. Συνόδου καί ἡ διαταχθεῖσα ἀναστήλωσις τῶν ἱερῶν εἰκόνων δέν τερμάτισε τήν εἰκονομαχική ἕριδα, διότι καί ἄλλοι στή συνέχεια αὐτοκράτορες ἦταν εἰκονομάχοι καί μάλιστα ὁ Θεόφιλος (829-842).
Ἐπί τέλους μετά τόν θάνατο τοῦ Θεοφίλου, ἡ σύζυγός του Ἁγία Θεοδώρα, πού ἐπιτρόπευε τόν ἀνήλικο υἱόν της, ἀναστήλωσε ὁριστικῶς τίς εἰκόνες τό 843.
Ἀπό τότε ἡ Ἁγία μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, εἰς ἀνάμνησιν τῆς ὁριστικῆς νίκης καί ἀναστηλώσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἑορτάζει πανηγυρικῶς τό γεγονός αὐτό κατά τήν Α΄ Κυριακή τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ἡ ὀποία ὀνομάζεται Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.
- Άλλα άρθρα
- ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Wednesday, 3 August 2011 11:53 - Ζ΄ Κυριακή Ματθαίου
Wednesday, 3 August 2011 11:51 - ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Wednesday, 3 August 2011 11:49 - ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ
Wednesday, 13 July 2011 13:23 - Δ΄ Κυριακή Ματθαίου
Thursday, 7 July 2011 10:58

