Μάχη Κονίτσης
ΚΟΝΙΤΣΑ
Πώς περάσαμε τίς τραγικές ἡμέρες τῆς πολιορκίας τῆς Κόνιτσας
***
«Διακόσια τριάντα παιδάκια ἀπό τήν Παιδική Στέγη σᾶς παρακαλοῦμε μή μᾶς κτυπᾶτε»
Κυλοῦσε τόσο ἤρεμα καί ὄμορφα ἡ ζωή μας μέσα στήν Παιδόπολη πού τίποτε δέν προμηνοῦσε πώς κάποτε θά ἀκουγόταν ἡ σπαρακτική κραυγή «ΛΥΠΗΘΕΙΤΕ ΜΑΣ», ἀπό τά τέσσερα σημεῖα τοῦ Ἱδρύματός μας.
Τήν Παραμονή τῶν Χριστουγέννων ὅλη ἡ Κόνιτσα καμάρωνε τά παιδάκια της, πού πήγαιναν νά μεταλάβουν μέ τά ὁλοκαίνουργιά τους φορέματα και τις κουκοῦλες πού μέ τά φανταχτερά τους χρώματα ἔδιναν ἕνα ξεχωριστό τόνο στό σύνολο. Ἦταν τόσο ὡραία ἡ μέρα πού τήν ἀφιερώσαμε γιά νά γιορτάσουν τά παιδιά μέ παιγνίδια καί χορό σάν νά ξέραμε ὅτι δέν θά ξανάπαιζαν πιά γιά πολύ καιρό. Τό βράδυ τά κουρασμένα ἀπό τό παιγνίδι παιδιά ἔπεσαν νά κοιμηθοῦν ἐνῶ τά στελέχη μέ ζῆλο καί μέ κέφι ἄρχισαν νά στολίζουν τούς διαδρόμους, τήν τραπεζαρία γιατί θά ξημέρωνε ἡ μεγάλη μέρα τῆς Χριστιανοσύνης καί ἔπρεπε τά παιδιά νά τή γιορτάσουν ὅπως ἔπρεπε. Τό χριστουγεννιάτικο δένδρο ὀμορφοστολισμένο, καμάρωνε σέ μιά γωνιά τοῦ Σαλονιοῦ. Οἱ δοκιμές γιά τήν θεατρική χριστουγεννιάτικη παράσταση εἶχαν γίνει.
Ξημέρωσε ἡ ἅγια μέρα... Πολύ πρωί, τά Στελέχη πῆγαν νά ἐκκλησιαστοῦν στήν πόλη. Οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν πού ἰδιαίτερα τέτοιες ἡμέρες συγκινοῦν τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων ἄρχισαν νά χτυποῦν. Ὁ κόσμος ἀνύποπτος τραβοῦσε γιά τό προσκύνημα... Μά τί ἦταν οἱ τρομεροί κρότοι πού ὁλοένα πλησίαζαν; Βάλλει τό Πυροβολικό τῶν ἀνταρτῶν, μᾶς πληροφοροῦν, σέ διάφορα σημεῖα τῆς Κονίτσης. Ἀπό τήν στιγμή αὐτή, κυρίαρχος μέσα στίς ψυχές ὅλων μας ἦταν ὁ φόβος πού παρραμέρισε κάθε ἄλλο συναίσθημα. Ἐρχόταν ραγδαῖα καταπάνω μας ὁ μισητότερος ἀπό τούς πολέμους - ὁ Ἐμφύλιος πόλεμος - μέ ὅλη τή φοβερή του ὄψι. Εὐτυχῶς τά παιδιά μας γιά τήν ὥρα δέν ἔνιωσαν τίποτε. Πηγαίνοντας στήν τραπεζαρία γιά τό πρόγευμα ἔβλεπαν μέ ἔκπληκτα μάτια τά ὀμορφοστολισμένα παράθυρα, πόρτες, κολῶνες κλπ. μέ λαμπερά στολίδια καί ἡ χαρά ζωγραφίστηκε ἔκδηλη στά ἀθῶα πρόσωπά τους. Μαζί μ' αὐτά πρός στιγμήν ξεχάσαμε καί μεῖς τήν σοβαρότητα τῆς καταστάσεως.
Σέ λίγο ἡ αὐλή γέμισε μέ τίς χαρούμενες φωνές τῶν παιδιῶν. Οἱ μπάλες καί τά σχοινάκια γίνηκαν ἀνάρπαστα. Ἀσφαλῶς οἱ κάτοικοι τῆς Κονίτσης θ' ἀποροῦσαν ἀκούγοντας τά παιδικά τραγούδια καί τίς χαρούμενες φωνές μέσα στήν ἀποπνυκτική ἀτμόσφαιρα πού ἐπικρατοῦσε γύρω. Πιό μεγάλη ἀντίθεση μεταξύ τοῦ ἑνός καί τοῦ ἄλλου κόσμου δέν μποροῦσε νά ὑπάρξη. Μερικές ὅμως ριπές πού ἔπεσαν σέ μικρή ἀπόσταση ἀπό μᾶς ἔδωσαν νά καταλάβουμε ὅτι εἴχαμε ξανοιχτεῖ πολύ.
«Ὅλα τά παιδιά νά μαζευτοῦν κοντά στίς βρύσες γρήγορα», ἀκούσθηκε. Ἦταν καιρός πιά. Τά παιδιά ὅπως πάντα ὑπάκουσαν στήν ὑπόδειξή μας καί συγκεντρώθηκαν στήν καθωρισμένη πλευρά τοῦ κτιρίου πού κατά τήν γνώμη μας φαινόταν κάπως πιό προφυλαγμένη. Τώρα πιά δέν μπορούσαμε νά ξεγελάσουμε τά παιδιά μέ τίποτε. Ἕνα γενικό μούδιασμα μεταδόθηκε ἀστραπιαῖα σ' ὅλο τόν παιδόκοσμό μας. Μεταχειριστήκαμε ὅλα τά μέσα γιά νά τά πείσουμε νά συνεχίσουν τό παιγνίδι τους σέ περιορισμένο χῶρο βέβαια, ἀλλά δέν τά καταφέραμε. Ξαφνικά ἕνα βλῆμα πυροβολικοῦ ἐξεράγη σέ μικρή ἀπόσταση ἀπό τό κτίριο πού στό ἑξῆς θά τά προστάτευε κατά τήν γνώμη μας ἀπό τόν κίνδυνο.
Ἡ τραπεζαρία πλούσια χριστουγεννιάτικα στρωμένη μᾶς περίμενε ὅλους μικρούς καί μεγάλους νά τήν τιμήσουμε μέ τήν ὄρεξή μας. Παρ' ὅλες τίς προσπάθειές μας νά δώσουμε ἕνα χαρούμενο τόνο στό χριστουγεννιάτικο γεῦμα μας, δέν τό πετύχαμε. Μιά παγερή σιγή ἁπλώθηκε σέ ὅλη τήν τραπεζαρία.
Πρώτη μας φροντίδα ἦταν νά τακτοποιήσουμε τά παιδιά νά κοιμηθοῦν μακρυά ἀπό τά παράθυρα. Τό βράδυ τῆς ἴδιας μέρας ὁ Προσωπάρχης τῆς Ταξιαρχίας μᾶς εἰδοποίησε νά κατεβάσουμε ὅλα τά παιδιά στό πρῶτο πάτωμα. Τόν πληροφοροῦμε ὅτι ἤδη ἔτσι τά ἔχουμε τακτοποιήσει.
Μέ πολύ δυσκολία κατωρθώσαμε νά ξυπνήσουμε τά παιδιά πού εἴχαμε ἀκόμη ἐπάνω. Μερικά πῆραν τά προσόψια στό χέρι νομίζοντας πώς ξημέρωσε καί πήγαιναν νά πλυθοῦν. Ἡ ἀγωνία καί ἡ ἀπορία ἦταν ζωγραφισμένη στά πρόσωπά τους. Δέν εἴχαμε καιρό γιά ἐξηγήσεις. «Τά μεγάλα παιδιά νά πάρουν μερικές κουβέρτες καί νά κατέβουν κάτω», ἀκούστηκε ἡ φωνή μας. Ἐμεῖς πήραμε στήν ἀγκαλιά μας τά μικρότερα παιδιά. Ἡ εἰκόνα τῶν παιδιῶν πού σιωπηλά καί μισοκοιμισμένα ἀκόμη κατέβαιναν τίς σκάλες μέ ὅτι μποροῦσαν νά κουβαλήσουν, ἦταν πολύ συγκινητική. Σέ λίγα λεπτά τά βολέψαμε ὅλα, ἄλλα στήν τραπεζαρία, ἄλλα στά τελευταῖα ράφια τῆς Ἱματιοθήκης καί τά περισσότερα στόν διάδρομο. Ἐμεῖς (Σοφία καί Ἄννα) καθήσαμε σέ μιά γωνιά ἐπάνω σέ κουβέρτες μέ σφιγμένη τήν καρδιά. Δέν πέρασαν παρά μερικά λεπτά τῆς ὥρας καί ἔρχονται δύο ὁμαδάρχες κατατρομαγμένες νά μᾶς ἀναγγείλουν ὅτι σφαῖρα ἔσπασε τό τζάμι τῆς τραπεζαρίας καί ἔπεσε στήν κουβέρτα ἑνός παιδιοῦ. Ἀνάστατες τρέξαμε κοντά στά παιδιά. Στή σύγχυσή μας ἐπάνω νομίσαμε ὅτι καιγόταν οἱ κουβέρτες βλέποντας νά λαμπυρίζουν τά σπασμένα ἀπό τό τζάμι γυαλιά, μέ τήν πυρίτιδα ἐπάνω καί προσπαθούσαμε νά σβήσουμε τήν... φωτιά. Ἀμέσως μεταφέραμε καί αὐτά τά παιδιά ἀπό τήν τραπεζαρία στόν διάδρομο μέ ἀρκετές δυσκολίες γιατί ἦταν ἡ δεύτερη φορά πού τά μετακινούσαμε μέσα στήν ἴδια νύχτα. Σέ λίγο μιά ὀβίδα ἔπεσε στήν ὀροφή τοῦ κτιρίου. Γιά μᾶς τώρα ἄρχισε τό μεγάλο δρᾶμα μαζί μέ τίς τεράστιες εὐθύνες. Στίς 26 Δεκεμβρίου μᾶς ἐπισκέφθηκε ὁ νέος Ταξίαρχος κ. Μπαλαντᾶς (ὁ προηγούμενος κ. Δόβας εἶχε τραυματισθεῖ σοβαρά). Στήν ἀγωνιώδη ἐρώτησή μας ἄν συμβαίνει τίποτε τό σοβαρό μᾶς ἐνθάρρυνε λέγοντάς μας: «Μή φοβᾶστε, ἔχετε πάντα τά παιδιά μακριά ἀπό τά παράθυρα καί ὁ Θεός μαζί σας». Τήν ὥρα πού μᾶς ἀποχαιρετοῦσε πέφτει ἄλλη ὀβίδα κάτω ἀπ' τά παράθυρα τοῦ Γραφείου. Τά τζάμια ἔγιναν θρύψαλα. Ζητήσαμε τή γνώμη τοῦ κ. Ταξιάρχου γιά τήν ἀποσυμφόρηση ἤ καί ὁλοκληρωτική ἀποχώρηση τῶν παιδιῶν, ἐκφράστηκαν ὅμως πολλοί ἐνδοιασμοί γι' αὐτό τό ζήτημα καί ἔτσι καταλήξαμε νά παραμείνουμε ὅλοι μέσα στό ἴδιο οἴκημα. Τά γεγονότα ἐξελίσσονταν ραγδαῖα. Τά πυρά διασταυρώνονταν γύρω ἀκατάπαυστα μέρα καί νύκτα. Ἤμασταν πιά σέ κατάσταση πολιορκίας. Κάθε ἐπικοινωνία μας μέ τόν ἔξω κόσμο διακόπηκε. Ὅλη μας ἡ σκέψη εἶχε συγκεντρωθεῖ σέ ἐπινοήσεις γιά τήν ἀσφάλεια καί διάσωση τῶν παιδιῶν μας. Ἄρχισε νά σκοτεινιάζη. Ἔπρεπε νά ὀχυρωθοῦμε χωρίς νά χάνουμε καιρό γιατί οἱ σφαῖρες ἔμπαιναν μέσα στό Ἵδρυμα. Μέ ἄμεσο κίνδυνο νά τραυματισθοῦμε, τοποθετήσαμε σάκκους ἄλευρου στά παράθυρα καί στίς πόρτες. Ὅλο τό προσωπικό ἔδειξε μεγάλη αὐτοθυσία παρ' ὅλο πού ὁ φόβος εἶχε κυριεύσει ὅλους μας.
Ἀπό τίς 27 Δεκεμβρίου τά παιδιά ἦταν συνεχῶς ξαπλωμένα μέρα νύχτα στόν διάδρομο. Τήν ἡμέρα αὐτή γιά γεῦμα καί δεῖπνο τά παιδιά ἔφαγαν 26 ὀκάδες σῦκα μόνο. Κάθε παιδί ἦταν ἕνας μικρός ἥρωας γιά μᾶς. Ἀφοῦ μέ τόση καρτερικότητα ὑπέμειναν ὅλες τίς στερήσεις καί τίς ἀγωνίες. Τό μόνο πού μᾶς ζητοῦσαν ἦταν νά εἴμαστε συνέχεια κοντά τους. Ἡ ἐμπιστοσύνη τους σέ μᾶς ἦταν κάτι τό ἀφάνταστο καί αύτό τά ἔκανε νά ἔχουν τυφλή ὑπακοή σέ κάθε μας νεῦμα. Οἱ σφαῖρες διαπερνώντας τά τζάμια, χτυποῦσαν στόν ἀπέναντι τοῖχο ἐπάνω ἀπό τά κεφάλια τῶν παιδιῶν καί ὅμως οὔτε κλάματα οὔτε φωνές ἀκούγονταν. Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά μας ἦταν καταφανής ἀπό τήν πρώτη μέρα. Αὐτός ὁδηγοῦσε τίς σκέψεις μας καί τίς ἐνέργειές μας στίς ἀπεγνωσμένες στιγμές πού περνούσαμε.
Μέσα στό σκοτάδι τῆς νύχτας ἐνῶ τά παιδιά κοιμόταν, μέ τά Στελέχη συγκεντρωμένα γύρω μας, κάτω ἀπό τό ἀμυδρό φῶς μιᾶς κανδύλας ψάλαμε διάφορα τροπάρια καί παρακλήσεις με βαθεῖα κατάνυξη. Μέσα ἀτελείωτες μᾶς φαίνονταν οἱ νύχτες ἐκεῖνες. Τό φάσμα τῆς πείνας ἄρχισε νά παρουσιάζεται μπροστά μας. Μᾶς ἔλειπε τό ψωμί. Τρόφιμα ὑπῆρχαν στήν ἀποθήκη ἀλλά πῶς μποροῦσαν νά μαγειρευτοῦν ἀφοῦ ἡ κουζίνα ὁλόκληρη ἦταν ἐκτεθειμένη στά πυρά; Στίς 28 Δεκεμβρίου μέ τό φῶς ἑνός φακοῦ συντάσσουμε ἔνα ἔγγραφο γιά τήν Ταξιαρχία, ὅτι στερούμεθα ἄρτου. Μέ ποιόν νά στείλουμε τό ἔγγραφο ὅμως... δέν τολμοῦσε νά μᾶς πλησιάσει κανείς ἀφ' ἑνός γιατί οἱ μάχες ἐμαίνοντο γύρω μας καί ἀφ' ἑτέρου εἶχε διαδοθεῖ στήν Κόνιτσα, ὅπως ἀργότερα μᾶς εἶπαν, ὅτι μέσα στό Ἵδρυμα ὑπῆρχαν ἀντάρτες καί ὄτι εἶχαν ἐγκαταστήσει πολυβολεῖα στά παράθυρα τοῦ Ἱδρύματος. Τό βράδυ τῆς ἴδιας μέρας κατά τίς 9, ἐνῶ ἤμασταν ἀφωσιωμένες στίς προσευχές μας, χτυπᾶ ἡ πόρτα. Κανείς ἀπό τό προσωπικό δέν κουνήθηκε γιατί εἴχαμε δώσει ἐντολή νά μήν ἀνοίξουν σέ κανέναν σέ περίπτωση πού θά ζητοῦσε νά μπῆ κάποιος μέσα στό Ἵδρυμα. Μέ ἀνείπωτη χαρά ἀκούσαμε τήν φωνή τοῦ Τάσου Πηγαδᾶ τοῦ Διαχειριστῆ μας, πού συνέπεσε νά εἶναι στρατιώτης. Τά συναισθήματα πού μᾶς πλημμύρισαν στό ἀντίκρυσμα τοῦ συνεργάτου μας δέν περιγράφονται. Μέ πραγματική αὐτοθυσία, μέ ἄμεσο κίνδυνο νά σκοτωθεῖ ὁ ἴδιος ἀπό τά πυκνά πυρά πού ἔπεφταν ὁλόγυρά μας καί παρ' ὅλες τίς τερατώδεις φῆμες πού κυκλοφοροῦσαν, μᾶς ἔφερε 15 ὀκάδες ψωμί ἀπό τόν Στρατό. Μάταια ἐπί ὧρες - ὅπως μᾶς εἶπε -παρακαλοῦσε νά βρεθεῖ κάποιος ἄλλος πού νά μᾶς ἔφερνε ἄλλες 15 ὀκάδες ψωμί, προσφέροντας μάλιστα τό ποσό τῶν 200.000 ἕως 300.000 δρχ., ἀλλά κανείς δέν παρουσιάσθηκε.
Ἡ κατάστασή μας συνεχῶς χειροτέρευε. Στίς 30 Δεκ. εἴχαμε πιά ἀπελπιστεῖ. Ἀπό παντοῦ δεχόμασταν πυρά. Τό τραγικώτερο ἐπεισόδιο ἦταν ὅταν ἐξερράγη ἕνα πίατ, μέσα σέ μιά αἴθουσα. Ἡ λάμψη ἔφθασε στόν διάδρομο καί ἕνας δαιμονιώδης κρότος ἀκούσθηκε. «Μανούλα μου», φώναξαν ὅλα μαζί τά παιδιά. «Τά κεφάλια σας κάτω χρυσά μου παιδιά δέν εἶναι τίποτα, πέστε μιά προσευχούλα μέσα σας, ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ καί μᾶς φυλάει», ἀκούστηκε παρακλητικά ἡ φωνή μας. Τό μυαλό μας πιά εἶχε σταματήσει μετά τό γεγονός αὐτό, νοιώθαμε πώς ἤμασταν καταδικασμένοι. Ἀπό πουθενά δέν φαινόταν σωτηρία, δέν μπορέσαμε νά συγκρατηθοῦμε καί ἀναλυθήκαμε σέ δάκρυα, σκεπασμένες μέ τίς κουβέρτες γιά νά μή μᾶς ἀντιληφτοῦν τά παιδιά καί τό προσωπικό καί δημιουργηθεῖ κανένας πανικός, πρᾶγμα πού εἶναι τό φοβερότερο σέ τέτοιες περιπτώσεις. Τό ἀδιέξοδο αὐτό μᾶς ἔκανε νά προβοῦμε στήν ἀπόφαση νά φωνάξουμε μέ σπαραγμό ἀπό ὅλες τίς πλευρές τοῦ κτιρίου, αὐτό πού θέσαμε ἐπί κεφαλῆς τῆς ἐκθέσεώς μας: «Διακόσια τριάντα παιδάκια...».
Στή σκέψη πώς μποροῦσε νά σκοτωθεῖ κανένα παιδί ἤ καί νά τραυματιστεῖ χάναμε τό λογικό μας. Χωρίς ἀδελφή, χωρίς γιατρό, ποιά βοήθεια θά μπορούσαμε νά προσφέρουμε... Ἐκτός ὅμως αὐτοῦ εἴχαμε νά ἀντιμετωπίσουμε καί ἄλλο κίνδυνο. Τήν ἐνδεχόμενη εἰσβολή ἀνταρτῶν στό Ἵδρυμα. Ποιά θά ἦταν ἡ θέση μας, πῶς θά ἐφέροντο, ποιά θά ἦταν ἡ τύχη τοῦ προσωπικοῦ καί τῶν παιδιῶν; 278 ἄτομα προσωπικό καί παιδιά ἐξαρτοῦσαν τήν διάσωσή τους ἀπό τήν δική μας πρωτοβουλία. Τεράστια δηλαδή εὐθύνη πού ἔκανε τό μαρτύριο τῆς ψυχῆς μας ἀνυπόφορο.
Κατά τίς 8.30 μ.μ. τῆς 31ης Δεκ. λάμψεις ἀπό φωτοβολίδες διαπέρασαν τά ἄφρακτα σημεῖα τῶν παραθύρων. Τί ἐσήμαινε ἡ φωταψία αὐτή... Κατελήφθη ἡ Κόνιτσα, ἐρχόταν ἐνισχύσεις γιά τόν στρατό μας, ὀπισθοχωροῦνε οἱ ἀντάρτες, πῶς μπορούσαμε νά ξέρουμε ἀφοῦ δέν τολμούσαμε νά κοιτάξουμε ἔξω τήν στιγμή πού τά πυρά δέν σταματοῦσαν οὔτε μιά στιγμή μέρα καί νύχτα; Τί τραγική εἰρωνεία. Ἐκ τῶν ὑστέρων μάθαμε ὅτι ὁ κόσμος τῆς Κόνιτσας πανηγύριζε τόν ἐρχομό τοῦ ἀπελευθερτικοῦ Ἐθνικοῦ Στρατοῦ ἐνῶ ἐμεῖς ζούσαμε τίς πιό ἐφιαλτικές στιγμές.
Ξημέρωσε Πρωτοχρονιά καί ἐνῶ σχεδιάζαμε τί νέα προφυλακτικά μέτρα νά πάρουμε γιά τήν διαφύλαξη τῶν παιδιῶν κατά τίς 10 π.μ. κτυπᾶ ἡ πόρτα καί βλέπουμε τόν Πηγαδᾶ -τόν διαχειριστή μας- και τόν γιατρό μας γιά νά μᾶς παράσχει τίς πρῶτες βοήθειες μέ τήν βεβαιότητα ὅτι ὁπωσδήποτε θά εἴχαμε θύματα, ἀφοῦ ἔβλεπαν τόσα πυρά πού ἔπεφταν ἐπάνω μας. Ἡ πρώτη κουβέντα τῶν ἐπισκεπτῶν μας ἦταν: «Ἐλευθερωθήκαμε». Δέν μπορούσαμε νά τό πιστέψουμε. «Οἱ ἀντάρτες ὑποχωροῦν», μᾶς λένε. Τό τί ἐπακολούθησε δέν περιγράφεται. Φωνές, τραγούδια, ἀγκαλιάσματα, παιδόκοσμος καί προσωπικό ὅλοι ξέσπασαν σέ ἀκράτητες χαρούμενες ἐκδηλώσεις... Ἀμέσως κατεβάσαμε μερικά τσουβάλια ἀπό τά παράθυρα. Τό φῶς τῆς ἡμέρας μᾶς πείραζε τώρα στά μάτια, τόσο πολύ εἴχαμε ξεσυνηθίσει. Ἡ τραπεζαρία τακτοποιήθηκε ἀμέσως, μιά ζεστή φασολάδα καί ὡραῖα πορτοκάλια πού μέσα στή σύγχυσή μας τά εἴχαμε λησμονήσει στήν ἀποθήκη, ἦταν τό πρωτοχρονιάτικο γεῦμα μας. Τά παιδιά μας, τραγούδησαν μέ τήν καρδιά τους τόν Ἅη Βασίλη. Οἱ ἁπαλές φωνοῦλες τους ἦρθαν σάν βάλσαμο στ' αὐτιά τῶν στρατιωτῶν καί τῶν κατοίκων τῆς Κονίτσης πού ἦταν ἀκόμη ἐπηρεασμένοι ἀπό τίς τραγικές μέρες πού πέρασαν. Τά παιδιά μας μπαίνοντας στήν τραπεζαρία χειροκρότησαν μέ ἐνθουσιασμό τήν ἐμφάνιση τοῦ ψωμιοῦ πού τόσες μέρες στερήθηκαν.
Οἱ γονεῖς ἄρχισαν νά καταφθάνουν κατά ὁμάδες μέ ἀγωνία γιά νά βεβαιωθοῦν ἄν ζοῦν τά παιδιά τους. Κοπιάσαμε πολύ νά τούς βεβαιώσουμε ὅτι κανένα παιδί δέν ἔπαθε τίποτα. Δέν τό πίστευαν, μόνον ὅταν τά εἶδαν γερά τότε μᾶς ἀγκάλιασαν καί μᾶς φιλοῦσαν μέ ἀνείπωτη λαχτάρα. Δέν εὕρισκαν λόγια νά μᾶς εὐχαριστήσουν πού διαφυλάξαμε γερά τά παιδιά τους μέσα στήν κόλαση τοῦ πυρός. Μεγαλύτερη ἠθική ἱκανοποίηση ἀπό τή συγκινητική αὐτή ἐκδήλωση δέν μποροῦσε νά ὑπάρξη.
Κατά τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας μέρας ἐνῶ ξέγνοιαστες διηγόμασταν τούς κινδύνους πού περάσαμε, ξαφνικά πέφτει μιά ὀβίδα ἀπό τήν κεντρική εἴσοδο. Πολύ γρήγορα ἀκολούθησε καί ἄλλη μέ δαιμονισμένους κρότους. Ὅσο συγκρατημένες ἤμασταν στίς δύσκολες μέρες πού ζήσαμε τόσο τήν ἡμέρα αὐτή κλονιστήκαμε. Ἦταν ἐξ ἄλλου τόσο κλονισμένα τά νεῦρα μας. Τά παιδιά ἄρχισαν νά κλαῖνε καί τό προσωπικό νά μᾶς δηλώνει κατηγορηματικά μέ δάκρυα στά μάτια ὅτι ἀδυνατοῦν πιά νά παραμείνουν στήν ὑπηρεσία ὑπό τίς τραγικές αὐτές συνθῆκες. Μέ πολύ μεγάλη δυσκολία κατωρθώσαμε νά πείσουμε ὅλους ὅτι εἶναι τά τελευταῖα καί ὅτι τό μεγάλο κακό πέρασε. Ξαναβολευτήκαμε πάλι στό πρόχειρό μας καταφύγιο -στό διάδρομο- καί κρατήσαμε τήν ἴδια τακτική ὅπως τίς προηγούμενες μέρες. Εὐτυχῶς μέρα μέ τήν μέρα ἡ κατάσταση καλυτέρευε, τά πυρά ἀπομακρύνονταν καί ξαναβρίσκαμε τόν ἑαυτό μας.
Τώρα πού τό ζήτημα τῆς ἀσφάλειας τῶν παιδιῶν δέν μᾶς ἀπασχολοῦσε ἄμεσα, ἡ σκέψη μας ἁπλώθηκε καί πέρα ἀπό τό στενό μας περιβάλλον, σέ κείνους πού νοιώθαμε πώς μᾶς σκεπτότανε καί συμμεριζότανε τίς ἀγωνίες μας στίς μαρτυρικές μέρες πού περάσαμε καί ἤμασταν βέβαιες ὅτι μέ τόν πρῶτο δυνατό τρόπο θά βρίσκονταν κοντά μας καί δέν γελαστήκαμε.
Στίς 7 Ἰανουαρίου 1948 ἐνῶ τά παιδιά ἔπαιζαν κατά ὁμάδες μέσα στίς τάξεις τους μέ τά δῶρα πού τούς δώσαμε τήν ἡμέρα τῶν Φώτων, ξαφνικά μᾶς τηλεφωνοῦν ἀπό τήν Ταξιαρχία ὅτι ἡ Βασίλισσα Φρειδερίκη ἔρχεται νά μᾶς ἐπισκεφτεῖ... Μόλις προφτάσαμε νά ἀνοίξουμε τήν πόρτα τοῦ σαλονιοῦ καί νά ἡ Μεγαλειοτάτη μέ τή δίδα Λυκουρέζου, καί ἄλλους ἐπισήμους. Ἡ στιγμή ἦταν πολύ συγκινητική. Μόλις μᾶς ἀντίκρυσε ἡ Βασίλισσα μέ ἐξαιρετική στοργή μᾶς ἀγκάλιασε καί μᾶς φίλησε μέ ἀγωνία πραγματικῆς μητέρας. Μᾶς ρωτοῦσε: «Ποῦ εἶναι τά παιδιά μου, ἔπαθε κανένα τίποτα;». Ἔσπευσε μέ λαχτάρα νά τά δεῖ ἀπό κοντά. Στήν ἐμφάνισή της παιδιά καί προσωπικό χειροκρότησαν μέ ἐνθουσιασμό πού εἶδαν τήν Βασίλισσά μας τόσο ἁπλῆ ἀνάμεσά μας καί πρώτη ἀπό τούς ἐπισήμους πού ἦλθε νά μᾶς δεῖ, ὕστερα ἀπό τήν θύελλα τοῦ πολέμου. Μέ δάκρυα στά μάτια μίλησε στά παιδιά μέ λίγα ἁπλᾶ λόγια, πού τά ἔνοιωσαν βαθειά. Ρωτοῦσε μέ στοργικό ἐνδιαφέρον πῶς περάσαμε τίς δύσκολες μέρες, ἐπισκέφθηκε ὅλα τά διαμερίσματα, εἶδε ἐπί τόπου πόσα πυρά ἔπεσαν μέσα στό οἴκημα, στό χῶρο ἀκριβῶς πού κοιμόταν τά παιδιά.
Προτοῦ φύγει ἡ Α.Μ. ἡ Βασίλισσα ἀπό τό οἴκημά μας ηὐδόκησε νά μᾶς παρασημοφορήσει (Σοφία καί Ἄννα). Τό ἀπροσδόκητο αὐτό γεγονός τῆς Βασιλικῆς τιμητικῆς διακρίσεως μᾶς ἔκαμε πρός στιγμή νά λησμονήσωμε καί κόπους καί θυσίες καί ἀγωνίες πού περάσαμε τίς τραγικές ἐκεῖνες μέρες. Μεγαλύτερη ἀνταμοιβή δέν μπορούσαμε νά περιμένουμε.
Ἡ δίς Λυκουρέζου τήν ὁποία ὅλο αὐτόν τόν καιρό αἰσθανόμασταν κοντά μας ὅταν μᾶς ἀντίκρυσε μέσα στό περιβάλλον τῆς θλιβερῆς εἰκόνας πού παρουσίαζε ἀκόμη τό Ἵδρυμά μας μέ τήν πολεμική του ὅψι, συγκινήθηκε μέχρι δακρύων και ἀγκαλιάζοντάς μας δέν μπόρεσε νά πῆ παρά μόνο: «Ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ».
Τά εἰλικρνῆ καί ἐγκάρδια συγχαρητήρια τηλεγραφήματα μεγάλων φίλων ὅπως τῆς κας Τσαλδάρη, τοῦ κου Ἄρτσερ μᾶς συνεκίνησαν.
8 Ἰανουαρίου 1948. Τό Ἵδρυμά μας ξαναβρῆκε πιά τήν πρώτη του κίνηση. Ἄφθονες ὀπές μικρές καί μεγάλες ἔχασκαν στά διάφορα σημεῖα τοῦ κτιρίου. Πρώτη μέρα πού βγῆκαν τά παιδιά στήν αὐλή ὕστερα ἀπό 15 ὁλόκληρες μέρες· ἔκαμαν σάν τρελλά, πηδοῦσαν, ἔτρεχαν στά διάφορα σημεῖα τοῦ κτιρίου. Ἔτρεχαν πάνω κάτω ἄσκοπα γιά νά χαροῦν τό φῶς τῆς μέρας, νά ἀναπνεύσουν τόν καθαρό ἀέρα, νά νοιώσουν πέρα πέρα τήν ἐλευθερία τους πού τόσες μέρες στερήθηκαν. Ὅλοι ὅσοι μᾶς ἐπισκέφτηκαν καί ἦσαν πολλοί ἐπίσημοι καί μή, ἀπορροῦσαν πῶς ὕστερα ἀπό τόσα πυρά πού ἔπεσαν μέσα στό κτίριο δέν εἴχαμε οὔτε τό παραμικρό ἀτύχημα. Καί πραγματικά μόνο θαῦμα πρέπει νά θεωρηθεῖ ἡ διάσωσίς μας. Ὁ Θεός ἄκουσε τίς προσευχές τῶν ἀθώων παιδιῶν πού μέ τόση κατάνυξη ἔκαμαν πρωῒ -βράδυ καί δέν θέλησε μέσα στίς ἀγωνίες καί θυσίες νά μᾶς ποτίσει καί μέ τήν πίκρα κάποιου θύματος.
Ὕστερα ἀπό τήν μεγάλη δοκιμασία πού περάσμε πολύ σωστά ἐλήφθη ἡ ἀπόφαση νά ἀπομακρυνθοῦν παιδιά καί προσωπικό ἀπό τήν παιδόπολη.
Ἡ Νέα Παιδόπολις τῆς Φιλιππιάδος ἀγκάλιασε πρῶτα ἀπ' ὅλα τά παιδιά μας καί τό κουρασμένο προσωπικό.
Οἱ κάτοικοι τῆς Κονίτσης μέ μεγάλο πόνο εἶδαν τήν ἀπομάκρυνση τοῦ Ἱδρύματός μας. Αὐτό ἔδινε τήν μοναδική χαρούμενη νότα στήν καθ' ὅλα βαρειά ἀτμόσφαιρα τοῦ περιβάλλοντος.
Ἦταν γι' αύτούς μιά πραγματική ὄασις ὅπως οἱ ἴδιοι ἔλεγαν πλήν ὅμως στό βάθος τῆς ψυχῆς τους ἔνιωσαν τήν ἀνάγκη τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτῆς.
16 Ἰανουαρίου 1948
Σ. Κοπανίδου
Α. Στεφανίδου
- Άλλα άρθρα
- Ο ΝΑΟΣ ΣΥΜΒΟΛΟΝ
Tuesday, 17 May 2011 21:50 - Η ΑΓΑΠΗ ΠΑΝΤΑ ΝΙΚΑ
Tuesday, 17 May 2011 21:49 - ΑΠΟ ΤΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΖΩΗ
Tuesday, 17 May 2011 21:47 - ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ
Tuesday, 17 May 2011 21:46 - AΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΑ ΕΡΓΑ
Tuesday, 17 May 2011 21:44

