(1873-1917) Ὁ νεοασκητής τῆς Καλαμάτας

 

 

Στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα, Μητροπολίτης Μεσσηνίας ἦταν ὁ Μελέτιος Σακελλαρόπουλος (1904-1917 καί 1920-1933). Ὅπως ἀναφέρουν οἱ ἱστορικοί τῆς Ἐκκλησίας, ὑπῆρξε διακεκριμένος ἱεράρχης, πανελληνίου κύρους, μέ σημαντικό ἔργο, ποιμαντικό, κοινωνικό καί συγγραφικό.

Μιά ἄλλη ἀξιόλογη πνευματική μορφή τῶν χρόνων ἐκείνων στήν Καλαμάτα ἦταν ὁ Ἁγιορείτης Μοναχός Κωνστάντιος (κατά κόσμον Κωνσταντῖνος) Δουκάκης (+1908), λόγιος καί συγγραφέας ἐποικοδομητικῶν χριστιανικῶν βιβλίων, κυρίως τοῦ 12τομου Μεγάλου Συναξαριστῆ, «ἤτοι Μεγάλη Συλλογή Βίων πάντων τῶν Ἁγίων τῆς ἡμέρας ἑορταζομένων», Ἐν Ἀθήναις, 1889-1896.

«Ἡ παράδοση τῶν ἱερῶν αὐτῶν μορφῶν καί ἄλλων λιγώτερο γνωστῶν, γράφει ὁ Ἁγιορείτης Μοναχός Μωϋσῆς, εἶχε δημιουργήσει στήν πόλη τῆς Καλαμάτας ἕνα εὐσεβές κλῖμα, ἀπό τό ὁποῖο δέν ἔλειπαν, ὅπως πάντα ἄλλωστε, καί τά ζιζάνια» (Ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος»).

Ἕνα τέτοιο «ζιζάνιο» ὑπῆρξε ὁ Ἠλίας Παναγουλάκης. Πρόκειται γιά μιά ἰδιότυπη περίπτωση. Ἦταν ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ κόσμου, ἀλλά,  ἀφ' ὅτου μετενόησε, ὑπῆρξε αὐστηρός ἀσκητής, πού δίδαξε καί ἐπέδρασε χριστιανικά σέ πολλούς.

Ὁ Ἠλίας Ἰωάννου Παναγουλάκης γεννήθηκε στήν Καλαμάτα στίς 14 Ἰουλίου τοῦ 1873. Εἶχε ἄλλους δύο ἀδελφούς. Γράμματα δέν ἔμαθε. Μέ δυσκολία μποροῦσε νά διαβάζει καί νά γράφει. Ἦταν καλός ὀργανοπαίκτης. Ἔπαιζε μπουζούκι καί μαντολῖνο. Μάλιστα, ἔφτιαχνε ὁ ἴδιος μουσικά ὄργανα. Ὅπως λέει ὁ Κων/νος Τσακλάνης, ἀπό τά Γιαννιτσάνικα τῆς Καλαμάτας, πού εἶχε γνωρίσει τό 1900 τόν Παναγουλάκη, «ὅταν ἔπαιζε τό μπουζούκι του ἄνοιγαν πόρτες καί παράθυρα γιά νά τόν ἀκούσουν» (Ἀντ. Μάρκου: « Ὁδοιπορικόν εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Γ.Ο.Χ Μεσσηνίας»).

Ὁ Παναγουλάκης ζοῦσε ἄσωτη ζωή. Ἀθυρόστομος, ὑβριστής καί μεγάλος γλεντζές. Ἄνθρωπος ὄχι μόνο τῶν ἡδονῶν καί τῆς ἁμαρτίας ἀλλά καί βίαιος καί σκληρός τύπος, ἕτοιμος νά φιλονικήσει καί νά χτυπήσει ὁποιονδήποτε γιά ἀσήμαντη ἀφορμή. Ὅλοι τόν φοβοῦνταν κι ἔτρεμαν τήν ὀργή του.

Εἶχε ἀνοίξει ἕνα ταβερνεῖο, ἀνατολικά τῆς σημερινῆς πλατείας Μαυρομιχάλη. Ἐκεῖ συγκεντρώνονταν μερικοί νέοι, πού εἶχαν τίς ἴδιες ἰδέες καί τήν ἴδια συμπεριφορά μέ αὐτόν. Εἶχε, μάλιστα, ἐπιβληθεῖ σέ ὅλους αὐτούς καί τόν ἀναγνώριζαν ἀρχηγό τους.

Κάποτε, ὅμως, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ χτύπησε τήν πόρτα τῆς ψυχῆς του. Αὐτό συνέβη τό 1902. Ἀπεβίωσε ἕνας πολύ στενός του φίλος καί εἶχε πάει στήν κηδεία του. Μέσα στό ναό παρακολούθησε μέ προσοχή τή νεκρώσιμη Ἀκολουθία. Εἶχε συγκινηθεῖ πολύ. Ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε ἀργότερα, τοῦ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου: «Ὁ τόν λόγον μου ἀκούων καί πιστεύων τῷ πέμψατί με, ἔχει ζωήν αἰώνιον καί εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλά μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν» (Ἰωάννου 5, 24).

Ἔνιωσε, τότε, πολύ συγκλονισμένος. Ἀναστατώθηκε. Μπῆκε σέ σκέψη καί προβληματισμό. Μέ ἀγωνία ρώτησε τούς ἐπιτρόπους καί τόν ἱερέα τοῦ ναοῦ, «ἄν ὑπάρχει ἄλλη ζωή». Ἐκεῖνοι τόν προτρέπουν νά μετανοήσει εἰλικρινά. Ζήτησε νά ἐξομολογηθεῖ. Ὁ ἱερέας τοῦ ὑπέδειξε ἕναν καλό Πνευματικό στήν Ἱερά Μονή Βελανιδιᾶς Καλαμάτας, τόν ἱερομόναχο Γλυμάνο.

Μετανοημένος γιά ὅσα εἶχε διαπράξει μέχρι τότε στή ζωή του, πῆγε στό Μοναστήρι καί βρῆκε τόν ἱερομόναχο. Ἐξομολογήθηκε καί ὑποσχέθηκε νά ἀκολουθήσει μιά ζωή σύμφωνη μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μάλιστα, εἶπε ὅτι θέλει νά ζήσει ὡς ἀσκητής. Καί νά μιμηθεῖ τόν Ἅγιο Ἀντώνιο.

Γύρισε, ἔκλεισε τό ταβερνεῖο του καί πούλησε τά πράγματα πού εἶχε στό μαγαζί. Ὅσους εἶχε ἀδικήσει ἤ εἶχε φιλονικήσει μαζί τους, πῆγε καί τούς συνάντησε, ζητώντας νά τόν συγχωρήσουν.

Σχετικά, ἀναφέρεται τό ἑξῆς περιστατικό: «Λίγες ἡμέρες πρίν, εἶχε ἀπειλήσει κάποιον, δίχως σοβαρό λόγο, πώς θά τόν σκότωνε». Φοβισμένος ἐκεῖνος εἶχε φύγει γιά τό Ἄργος. Ὅταν ὁ Παναγουλάκης τόν ἀνακάλυψε καί χτύπησε τήν πόρτα του, γιά νά τοῦ ζητήσει συγγνώμη, ἐκεῖνος ἔπεσε λιπόθυμος, νομίζοντας πώς εἶχε ἔλθει νά ἐκτελέσει τόν κακό σκοπό του (Ἁγιορείτης Μοναχός Μωϋσῆς).

Στή συνέχεια, ὁ Ἠλίας Παναγουλάκης ἔφυγε γιά τήν περιοχή τῆς Μάνης. Ἀναζητοῦσε ἕναν ἐρημικό τόπο, μέ σκοπό νά μείνει ἐκεῖ καί νά μονάσει. Γιά λίγους μῆνες ἔζησε κοντά σ' ἕνα ἐξωκλήσι. Ὑπέβαλλε τόν ἑαυτό του σέ αὐστηρή ἄσκηση. Νήστευε, προσευχόταν καί ἀγρυπνοῦσε, ἐπικαλούμενος συνεχῶς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Λέγεται ὄτι ὁ ἱερέας τῆς περιοχῆς τοῦ συνέστησε νά ἐπιστρέψει στήν Καλαμάτα καί νά ἀγωνισθεῖ ἐκεῖ πού ἁμάρτησε. Ἄκουσε τή συμβουλή καί γύρισε πάλι στόν τόπο του. Στήν ἀρχή ἔμενε σ' ἕνα κελλί, κοντά στόν μικρό ναό τῆς Ἁγίας Ἄννας, βόρεια τοῦ Κάστρου τῆς Καλαμάτας. Τότε ἡ περιοχή αὐτή ἦταν ἐρημική. «Ἐκεῖ ἀρχίζει νέους πνευματικούς ἀγῶνες, ὑπεράνθρωπους, ἀδιανόητους γιά τήν ἐποχή του, καί προσφέρει στόν Θεό τούς καρπούς τῆς μετανοίας του» (Ἀντ. Μάρκου).

Γράφει ὁ Μιχ. Σαραντόπουλος: «Ποιός ἀπό τούς παλιούς Καλαματιανούς δέν θυμᾶται τόν πατέρα Ἠλία Παναγουλάκη; Ποιός δέν τόν ἐπεσκέφθη στό μονότονο ἐρημικό του δωματιάκι, κάτω ἀπό τή σημερινή ἐκκλησιοῦλα τῆς Ἁγίας Ἄννας; Ποιός δέν παρηκολούθησε τίς μεστές θρησκευτικοῦ περιεχομένου ὁμιλίες του;». Καί συνεχίζει: «Κόσμος ἄπειρος πάσης ἡλικίας κατέκλυζε τότε τήν πτωχική σκήτη του. Τόν θαύμαζαν, πραγματικά τοῦ ἄξιζε ὅμως. Τόν λάτρευε ὁλόκληρη ἡ πόλις καί ἡ σωρεία τῶν μαθητῶν του. Ἡ ἀγάπη τῶν Καλαματιανῶν πρός τό πρόσωπόν του ἦταν ἁγνή καί εἰλικρινής. Ἡ πλούσια μαύρη κόμη του, οἱ ὡραῖοι ὁλόμαυροι ὀφθαλμοί του, ὁ ἤρεμος χαρακτήρας του, ἡ ἀθόρυβη ζωή του, ἡ τρομερή νηστεία του καί πάντα ὅσα διακρίνουν κάθε πραγματικό ἐρημίτη ἦδαν ἔκδηλα καί στόλιζαν τήν ἁγνή προσωπικότητά του» (Περ. «Ἰθώμη»).

Ἡ φήμη τοῦ νέου ἀσκητῆ εἶχε φτάσει παντοῦ. Ὅσοι γνώριζαν τόν προηγούμενο βίο του, ἀποροῦσαν γιά τήν αἰφνίδια μεταστροφή του. Ἀρκετοί πήγαιναν νά τόν δοῦν καί νά τόν ἀκούσουν. Ὁρισμένοι, βέβαια, ἀπό περιέργεια. Μερικοί δέχονταν τό κήρυγμα τῆς μετάνοιας, πού δίδασκε, κυρίως μέ τό παράδειγμά του. Αὐτοί πήγαιναν πιό τακτικά νά τόν ἀκούσουν καί νά ὠφεληθοῦν. Ἔτσι ἀπετέλεσαν τήν ὁμάδα τῶν μαθητῶν του. Κάποιοι ἀπό αὐτούς ἀνῆκαν στήν παλιά ἄσωτη παρέα του.

Ὅμως, ὁ ἐρχομός πολλῶν στό ἀσκητήριο του Παναγουλάκη ἀνησύχησε τόν ἰδιοκτήτη τοῦ κτήματος, ὄπου βρισκόταν τό κελλί του καί ὁ ναός τῆς Ἁγίας Ἄννας. Ἐπειδή φοβήθηκε, μή τυχόν ἡ Ἐκκλησία ἀποκτήσει δικαιώματα στήν ίδιοκτησία του, ζήτησε ἀπό τόν ἀσκητή νά φύγει.

Πρίν ἀναχωρήσει ὁ Ἠλίας, παρεκάλεσε τόν Θεό νά τόν κατευθύνει σέ κάποιο κατάλληλο τόπο. Τότε ἔστειλε ἕνα μαθητή του στό ναό τῆς Παναγίας τῆς Ὑπαπαντῆς νά ζητήσει ἀπό τόν ἐφημέριο τοῦ ναοῦ νά ψάλει μία παράκληση. Αὐτό καί ἔγινε. Μόλις γύρισε ὁ μαθητής του, ἠ συνοδεία τοῦ Παναγουλάκη ἀναχώρησε ἀπό τήν περιοχή τῆς Ἁγίας Ἄννας, ἀναζητώντας τόπο διαμονῆς.

Λέγεται ὅτι στό δρόμο τους συνάντησαν τόν ἐργολάβο Χρῆστο Ταμπακέα, ἄνθρωπο εὐσεβῆ καί φιλομόναχο, ὁ ὁποῖος ἐκτιμοῦσε τόν ἀσκητή. Ὅταν, λοιπόν, πληροφορήθηκε τήν ἀπομάκρυνση τοῦ Παναγουλάκη ἀπό τήν Ἁγία Ἄννα, λυπήθηκε πολύ καί ἐνδιαφέρθηκε νά βρεθεῖ κάποια λύση.

Βόρεια τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Καλογραιῶν Καλαμάτας «Οἱ Ἅγιοι Κωνσταντῖνος καί Ἑλένη», τήν ὁποία εἶχε ἱδρύσει τό 1796 ὁ ἱερομόναχος Γεράσιμος Παπαδόπουλος (1763-1844), ὑπῆρχε ἕνα κτῆμα μ' ἕνα μικρό σπήλαιο, πού ἀνῆκε σέ φίλο τοῦ ταμπακέα, τόν Θωμᾶ Μιχαλάκο. Ὁ Χρ. Ταμπακέας ἀγόρασε τό κτῆμα καί τό παρεχώρησε γιά τή διαμονή τοῦ ἀσκητῆ καί τῆς συνοδείας του. Ἔτσι, ἡ Παναγία ἡ Ὑπαπαντή φρόντισε γιά τή στέγαση τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Ἠλία.

Στό νέο τόπο διαμονῆς χτίστηκαν, μέ τήν ἀρωγή εὐσεβῶν χριστιανῶν, μερικά κελλάκια, γιά νά μένουν οἱ μαθητές του. Μάλιστα, ἠ πόρτα τῶν κελλιῶν ἦταν τόσο στενή, πού μέ δυσκολία μεγάλη καί πλαγίως μποροῦσε κάποιος νά μπεῖ. Αὐτό εἶχε σκοπό νά θυμίζει στόν εἰσερχόμενο τή «στενή πύλη» τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀκόμη, ἔφτιαξαν ἀπό σανίδες ἕνα μικρό ναῒσκο. Πίσω εἶχαν ἕνα χῶρο μέ πάγκους, γιά νά κάθονται οἱ ἀκροατές τῶν κηρυγμάτων του.

Ὁ Ἠλίας Παναγουλάκης ζοῦσε στό ὑγρό καί ἀνήλιαγο σπήλαιο, πού ὑπῆρχε στό κτῆμα. Κοιμόταν γιά λίγες ὧρες πάνω σέ μιά σανίδα στή γῆ. Ἀκολουθοῦσε αὐστηρότατη νηστεία. Τό φαγητό του ἦταν λίγο ψωμί. Λάδι χρησιμοποιοῦσε μόνο τό Σάββατο καί τήν Κυριακή. Κρέας, ψάρια, γαλακτομικά δέν ἔτρωγε ποτέ. Κάθε Τετάρτη καί Παρασκευή, ὅλο τό χρόνο, δέν ἔτρωγε τίποτε. Συνιστοῦσε πολύ τή νηστεία. Ἀκόμη καί γιά τά παιδιά. Ἔλεγε ὅτι ἀπό τή νηστεία δέν πέθανε ποτέ κανένας.

Τίς Κυριακές καί τίς γιορτές κήρυττε πάντοτε τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Δίδασκε τή μετάνοια, τήν προσευχή καί τή νηστεία. Ἔλεγε ὅτι κοντά στόν Χριστό βρῆκε ἡ ψυχή του τήν εἰρήνη. Συχνά τόνιζε τή ματαιότητα τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Μάλιστα, γιά νά μήν τό ξεχνοῦν οἱ ἀκροατές του, εἶχε κρεμάσει, ἐκεῖ πού δίδασκε, ἕνα σκελετό ἀνθρώπου. Τό κήρυγμα τοῦ Παναγουλάκη, ἔγραψε ὁ μακαριστός π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, «ἁπλοῦν καί ἄτεχνον, ἀλλ' ἐκ καρδίας ζώσης τόν Χριστόν ἐξερχόμενον, ἀναγέννησε πλῆθος ἀνθρώπων. Ἡ ἁγιότης τοῦ ἀνδρός εἵλκυσε πολλούς πρός αὐτόν» (Θ.Η.Ε., τόμος 9ος ).

Πολλοί Καλαματιανοί καί ἄλλοι Μεσσήνιοι ἀπό τίς γύρω περιοχές μάθαιναν γιά τό νέο ἀσκητή καί προσέτρεχαν στό ἀσκητήριό του, νά ἀκούσουν τό κήρυγμά του. Τούς ἐντυπωσίαζε ἡ μεγάλη ἀλλαγή πού εἶχε γίνει στή ζωή του ἀλλά καί τό ἀσκητικό καί ἅγιο παράδειγμά του. Πολλοί ἐπηρεάζονταν ἀπό τή διδαχή του καί ἀκολουθοῦσαν τίς συμβουλές του. Ἀναφέρεται ὅτι ὁ Διοικητής τοῦ 9ου Συντάγματος Πεζικοῦ Καλαμάτας ἀπαγόρευσε στούς στρατιῶτες νά πηγαίνουν στό ἀσκητήριο τοῦ Παναγουλάκη, γιατί ὁρισμένοι εἶχαν ἐπηρεασθεῖ καί δέν ἤθελαν νά φᾶνε λάδι κατά τίς ἡμέρες τῆς νηστείας.

Ἡ ἐπίδραση τοῦ κηρύγματος ἀλλά καί τοῦ ἀσκητικοῦ παραδείγματος τοῦ Ἠλία Παναγουλάκη ἦταν μεγάλη. Μερικοί νέοι ἔμεναν μαζί του ὡς μαθητές καί ὑποτακτικοί. Ἀνάμεσα σ' αὐτούς πού ἀγάπησαν τό ἀσκητικό ἰδεῶδες, ἦταν καί μερικοί, οἱ ὁποῖοι διακρίθηκαν ἀργότερα καί πρόσφεραν πολλά στήν Ἐκκλησία. Ὅπως: ὁ Ἀρχιμανδρίτης π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος, ὁ γνωστός ἱεραπόστολος τῆς Ἀφρικῆς, ὁ Ἀρχιμανδρίτης π.  Ἰωήλ Γιαννακόπουλος, σοφός κληρικός καί ἱδρυτής τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου «ὁ Προφήτης Ἰωήλ» Καλαμάτας, ὁ ἱερομόναχος π. Εὐσέβιος Θεριακῆς, σπουδαῖος πνευματικός, ὁ Ἀριστείδης Φιλιόπουλος (ὁ κατόπιν Ἀρχιμ. Ἀρκάδιος, ἐφημέριος στό παρεκκλήσι «Ἅγιος Ἀνδρέας» τοῦ Γηροκομείου Ἀθηνῶν), ἀπό τό Γαρδίκι Καλαμάτας, καί ἄλλοι.

Ἡ σκληρή ἀγροτική ζωή, ἡ ἀγρυπνία, ἡ συνεχής καί ἐξαντλητική νηστεία ἐπί 16 χρόνια ἔφθειραν ἀνεπανόρθωτα τήν ὑγεία του. Ἀποτέλεσμα, νά προσβληθεῖ ἀπό βαριᾶς μορφῆς φυματίωση καί νά ὑπoκύψει. Ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ σέ ἡλικία μόλις 45 ἐτῶν στίς 17 Ἰανουαρίου 1917, ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, τόν ὁποῖο εἶχε πρότυπο καί πνευματικό ὁδηγό. Νά σημειώσουμε ὅτι ὁ Παναγουλάκης δέν εἶχε καρεῖ Μοναχός.

Ἡ κηδεία του ὑπῆρξε πάνδημη. Πλήθη χριστιανῶν συνόδευσαν τόν μακάριο Ἠλία Παναγουλάκη, ὁ ὁποῖος ἄφησε φήμη ὁσίου ἄνδρα. Γράφει ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος: «Αὐτόπται καί αὐτήκοι μάρτυρες, λίαν ἀξιόπιστοι, ἀφηγοῦνται περιστατικά πείθοντα ὅτι ἦτο ἠξιωμένος προορατικοῦ χαρίσματος». Ἡ τιμία κάρα τοῦ ἀσκητῆ βρίσκεται σήμερα σ' ἕνα μικρό ξύλινο κιβώτιο-προθήκη, πού φυλάσσεται στό παρεκκλήσι τῆς Ὑπαπαντῆς στή Μονή τῆς Εὐαγγελίστριας τῶν Παλαιοημερολογιτῶν.

Τόν μακαριστό νεοασκητή Ἠλία Παναγουλάκη διαδέχθηκε ὁ μαθητής καί συνασκητής του Γεώργιος Ἀναγερέας, ὁ ὁποῖος ἦταν προϊστάμενος τοῦ Ἡσυχαστηρίου ἀπό τό 1917 ἕως τό 1920, ὁπότε ἐξεδήμησε εἰς Κύριον. Ὁ Ἀναγερέας, ἔγραψε ὁ ἀοίδιμος π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος, ἦταν «ἀσκητικώτερος ἴσως δι' ἑαυτόν, ἀλλ' ἀρκετά ἐπιεικέστερος διά τούς ἄλλους» (Γ. Δ. Κούβελα: «Ἀρχ. Ἰωήλ Γιαννακόπουλος, Γ΄ ἔκδοση). Ἔπειτα ἀπό τόν Γ. Ἀναγερέα, τό ἀσκητήριο Παναγουλάκη παρήκμασε καί σύν τῷ χρόνῳ ἐγκαταλείφθηκε.

Δώδεκα χρόνια μετά τήν ἐκδημία τοῦ Ἀναγερέα καί συγκεκριμένα τό 1932, ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ κτήματος, ὅπου ἦταν καί τό σπήλαιο-ἀσκητήριο Παναγουλάκη, τό πούλησε. Τό ἀγόρασαν τρεῖς Μοναχοί, οἱ ὁποῖοι μόναζαν στήν Ἰερά Μονή Μαρδακίου Ἀλαγονίας Μεσσηνίας. Αὐτοί ζήτησαν ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Μεσσηνίας Μελέτιο Σακελλαρόπουλο νά τούς ἐπιτρέψει νά ἀφήσουν τή Μονή τῆς μετανοίας τους καί νά ἐγκατασταθοῦν στό κτῆμα αὐτό, γιά νά ἱδρύσουν μοναστήρι. Πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι οἱ Μοναχοί αὐτοί «δέν εἶχαν ποτέ καμμιά πνευματική ἐπικοινωνία μέ τούς δύο ἀσκητές» (Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου: «Ὁ πατήρ Ἰωήλ»).

Ὅπως γράφει ὁ Μεσσήνιος Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελέτιος Καλαμαρᾶς, «ὁ Δεσπότης (Μελέτιος Σακελλαρόπουλος) ἀρνήθηκε κατηγορηματικά νά συγκατατεθῆ γιά λόγους καθαρά πνευματικούς». Οἱ Μοναχοί αὐτοί ἀγνόησαν τόν Μητροπολίτη τους καί τό 1934 ἀποσχίσθησαν ἀπό τήν κανονική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἀκολούθησαν τό παλαιό ἡμερολόγιο ( τῆς «παρατάξεως» Ματθαίου) κι ἕνας ἀπό τούς Μοναχούς αὐτούς ἔγινε «ἀρχιερέας» τους.

Σήμερα, στό χῶρο πού ἀσκήτεψε ὁ Ἠλίας Παναγουλάκης, ὑπάρχει ἡ ἀνδρική κοινοβιακή Μονή τῆς Εὐαγγελίστριας τῶν Παλαιοημερολογιτῶν.