Ἔζησε τόν Δ΄ αἰῶνα, ἐπί αὐτοκρατορίας τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ὁ αὐτοκράτορας ἐξετίμησε τό ἀκέραιο τοῦ χαρακτῆρα,τά ἠθικά καί πολιτικά του χαρίσματα και τόν διώρισε διοικητή, ὡς δοῦκα καί αὐγουστάλιο, τῆς Ἀλεξάνδρειας καί ὅλης τῆς Αἰγύπτου.

Ὅταν ὁ Μ. Κωνσταντῖνος πέθανε καί ἀργότερα στόν θρόνο ἀνῆλθε ὁ Ἰουλιανός, ὁ Ἀρτέμιος βρέθηκε διοικητής στήν Συρία. Μεγάλη διάσταση στήν ζωή καί στίς ἀντιλήψεις τῶν δύο ἀνδρῶν. Ὁ ἕνας, ὁ αὐτοκράτορας, ἀποστάτης τῆς πίστεως, εἶναι ἀποφασισμένος μέ κάθε τρόπο νά καταλύσει και να ἐξαφανίσει τόν Χριστιανισμό καί νά ἐπαναφέρει τήν εἰδωλολατρία. Ὁ ἄλλος, ὁ Ἀρτέμιος, ἐμπνεόμενος ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Σωτῆρα Χριστοῦ, ἔχει τήν ἀπόφαση νά ὑπερασπισθεῖ τόν Χριστό καί τήν ἀλήθειά του μέχρι τῆς τελευταίας του πνοῆς.

Καί ἦλθε ἡ στιγμή, κατά τήν ὁποία οἱ δύο ἄνδρες, Ἰουλιανός καί Ἀρτέμιος, συναντήθηκαν στήν Ἀντιόχεια. Τήν ἐπίσκεψή του στήν Ἀντιόχεια θεώρησε ὁ ἀποστάτης αὐτοκράτορας εὐκαιρία, γιά νά προβάλει μέ τελετές καί πανηγύρια τήν εἰδωλολατρία, νά ἐκδηλώσει δέ σαφῶς τήν ἀντίθεση καί περιφρόνησή του πρός τήν χριστιανική θρησκεία. Τήν ἐπίσκεψη τοῦ αὐτοκράτορα ἐκμεταλλεύθηκαν καί οἱ εἰδωλολάτρες τῆς Ἀντιοχείας ὄχι μόνον γιά νά διαδηλώσουν τίς πεποιθήσεις τους, ἀλλά καί γιά νά καταγγείλουν στόν ὁμόφρονό τους βασιλιά τούς Χριστιανούς καί μάλιστα ὀνομαστικά ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διακρίνονταν γιά τήν ἀρετή καί τόν ζῆλο τους.

Περιχαρής ὁ Ἰουλιανός γιά τήν πολύτιμη εὐκαιρία, διατάσσει καί τοῦ φέρουν μπροστά του τούς δύο ἐκλεκτούς ἱερεῖς τῶν Χριστιανῶν, Εὐμένιο καί Μακάριο. Καί ἀνοίγει τότε τό στόμα του ὁ ἀσεβής αὐτοκράτορας καί ὑβρίζει καί ἐξευτελίζει τούς δύο ἁγίους λειτουργούς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀρτέμιος παρακολουθεῖ τήν σκηνή. Θλίβεται καί ἀγανακτεῖ. Πῶς εἶναι δυνατόν, Χριστιανός αὐτός, νά βλέπει τό ἄδικο, νά ἀκούει τίς βλασφημίες ἐναντίον τοῦ Δημιουργοῦ καί Σωτῆρος καί νά ἀδιαφορεῖ; Νά σιωπήσει, εἶναι ἐνοχή. Ἄλλωστε «καιρός τοῦ σιγᾶν», ἀλλά καί «καιρός τοῦ λαλεῖν». Πλησιάζει λοιπόν τόν αὐτοκράτορα καί μέ ὑποδειγματική παρρησία, πού ἔχουν ὅλοι οἱ πιστοί, τόν ἐλέγχει δριμύτατα γιά τήν ἀσέβειά του πρός τόν Σαρκωθέντα καί Σταυρωθέντα Σωτῆρα Κύριο, ἀλλά καί γιά τήν ἄδικη ἐπίθεση ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν , οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τούς πλέον ἐκλεκτούς ὑπηκόους τῆς αὐτοκρατορίας.

Οἱ θαρραλέοι, οἱ ἔντονοι, ἀλλά καί συνετοί λόγοι τοῦ Ἀρτεμίου θίγουν καίρια τόν ἐγωϊσμό τοῦ Ἰουλιανοῦ. Γίνεται ἔξαλλος ὁ αὐτοκράτορας καί ρωτάει τόν Ἀρτέμιο, ἐάν ἐπιμένει ἀκόμη στήν χριστιανική πίστη του. «Ἀλλά, αὐτοκράορα, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Χριστιανός ὁμολογητής, ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι πλάνη, ὅπως ἡ εἰδωλολατρία, γιά νά τήν ἀρνηθῶ. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Θεός μας καί ἡ θρησκεία του εἶναι ἀλήθεια, τῆν ὀποία θά κρατήσω μέχρι τελευταίας πνοῆς μου. Ἡ ἀποστομωτική αὐτή ἀπάντηση δυστυχῶς δέν συνετίζει τόν ἐγωϊστή αὐτοκράτορα. Τοὐναντίν τόν ἐξαγριώνει περισσότερο. Καί ὁ Ἀρτέμιος κατά διαταγή του ὁδηγεῖται στήν φυλακή. Ἐδῶ τόν ἀπομονώνει ὁ Ἰουλιανός γιά ἡμέρες πολλές καί τοῦ στερεῖ καί αὐτό τό ψωμί καί τό νερό. Κάτω ἀπό τό συνεχές αὐτό ἀθόρυβο ἀλλά καί ὀδυνηρό μαρτύριο ὁ ἀγωνιστής τοῦ Χριστοῦ δέν παραδίδει τήν σημαία τῆς πίστεως. Θά τήν κρατήσει ἕως ὅτου ἀναπνέει. Τό σῶμα ἐξαντλεῖται καί ὑποφέρει. Τό πνεῦμα ὅμως πανίσχυρο ἐνισχύει καί τό σῶμα. Ὁ Ἀρτέμιος μένει καρτερικός καί ἀδούλωτος ἕως τήν στιγμή πού τόν ἐλευθερώνουν πλέον ἀπό τήν φυλακή.

Ὁ Ἰουλιανός γνωρίζει καλά τήν χριστιανική ἀλήθεια. Ἦταν ἄλλωστε βαπτισμένος Χριστιανός καί εὐτύχησε νά σπουδάσει στήν Ἀθήνα πλησίον τοῦ Βασιλείου καί τοῦ Γρηγορίου. Γνώριζε τήν ἀλήθεια, ἀλλά δέν θέλησε νά τήν ζήσει. Δέν θέλησε νά ταπεινωθεῖ ἐνώπιον τῆς θείας ἀλήθειας. Καί τώρα ὡς αὐτοκράτορας βρίσκει τήν εὐκαιρία νά τήν εἰρωνευθεῖ. Ὅπλο ἄνανδρο ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκμεταλλεύονται τό ἀξίωμα καί τήν θέση τους, γιά νά ἐξευτελίσουν τόν δίκαιο καί εὐσεβῆ. Καί ἐνῶ ὁ Ἰουλιανός μπροστά στό πλῆθος διαστρέφει καί χλευάζει τήν χριστιανική ἀλήθεια, ὁ Ἀρτέμιος ἀποκαλύπτει τήν διαστροφή, ἀναιρεῖ τόν βασιλιά καί τόν ἀφήνει ἀναπολόγητο. Ντροπιασμένος ἐνώπιον ἀρχόντων καί λαοῦ ὁ Ἰουλιανός, ἀφαιρεῖ τό προσωπεῖο τοῦ αὐτοκράτορα καί παρουσιάζεται ὁ σκληρός καί ἀπάνθρωπος τύραννος, ὅμοιος τῶν προκατόχων του διωκτῶν.

Ἐπειδή ὁ Ἀρτέμιος τόλμησε νά τοῦ ἀντιμιλήσει, πρέπει νά πεθάνει. Καί μάλιστα μέ μαρτύριο ὀδυνηρό. Καί τό πρῶτο μαρτύριο, μετά τήν ἐξαντλητική πολυήμερη φυλάκιση, οἱ μάστιγες. Παρακολουθεῖ ὁ αὐτοκράτορας τήν φοβερή μαστίγωση καί ἱκανοποιεῖται ὡς αἱμοβόρος τίγρης. Ὁ Ἀρτέμιος ὑπομένει καί δέν ὁμιλεῖ. Τί νά πεῖ ἄλλωστε στήν κωφή ψυχή τοῦ ἀποστάτη; Στρέφει ὅμως τά βλέμματα του ἐλεγκτικά πρός τόν Ἰουλιανό. Τόν λυπεῖται, διότι κατεπάτησε τήν πίστη του καί ἔγινε διώκτης της. Τό βλέμμα διαπεραστικό γίνεται φωνή διαμαρτυρίας γιά τόν ἀνόσιο ἐγκληματία. Καί πράγματι αἰσθάνεται τήν φωνή τοῦ ἐλέγχου ὁ αὐτοκράτορας. Ἀλλά ἀντί νά τήν δεχθεῖ ὡς ἐπίσκεψη Θεοῦ γιά μετάνοια, αὐτός, πλήρης μανίας, διατάσσει καί βγάζουν τούς βολβούς τῶν ματιῶν τοῦ Ἀρτεμίου. Γεμίζουν μέ αἵματα οἱ κόγχες τοῦ μάρτυρα. Καί ἔτσι ματωμένες ὅπως εἶναι τίς στρέφει πρός τόν Ἰουλιανό, γιά νά ἀπολαύσει αὐτός τό κατόρθωμα τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐντολῆς του. Ἀλλά ὁ βασιλιάς δέν ἀντέχει πλέον. Ἡττήθηκε κατά κράτος. Βασανίζεται ἐσωτερικά. Οἱ πάντες στιγματίζουν τήν ἀπάνθρωπη διαγωγή του. Καί δίνει ἐντολή νά κόψουν τό κεφάλι τοῦ Ἀρτεμίου.

Ἔσκυψε τό κεφάλι του ὁ Ἀρτέμιος καί δέχθηκε τόν ἀποκεφαλισμό, ὅπως παλαιότερα ὁ Πρόδρομος Ἰωάννης γιά τήν μαρτυρία τοῦ Ἰησοῦ καί τόν ἔλεγχο τοῦ Ἡρώδη. Τόν δέχθηκε χωρίς φόβο καί δειλία. Τόν δέχθηκε ἐνθυμούμενος τόν λόγο τοῦ Κυρίου· «μή φοβηθῆτε ἀπό τῶν ἀποκτεννόντων τό σῶμα, τήν δέ ψυχήν μή δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Ματθ. ι' 28).