O XΡΙΣΤΟΥΛΗΣ

 

Ἡ Φάτνη τῆς Βηθλεέμ φεγγοβολεῖ στήν παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα.

Τό μαγικό ἄστρο, πού καθοδήγησε τούς Μάγους, λάμπει σταματημένο ἐκεῖ ἀπό πάνω της. Στίς ἀκτίνες του, πού ἀπό τά οὐράνια φτάνουν ὡς τή γῆ σάν τόσες φωτεινές σκάλες, ἀνεβοκατεβαίνουν Ἄγγελοι.

Μέσα οἱ τρεῖς Μάγοι γονατιστοί προσφέρουν τά δῶρα τους σ' ἕνα νεογέννητο παιδί, πού τό κρατεῖ ἡ μητέρα του στήν ἀγκαλιά της, ἐνῶ οἱ βοσκοί τῶν ἀλόγων ἀπό πέρα ἑνώνουν τά τραγούδια τους μέ τούς ὕμνους τῶν Ἀγγέλων.

Ἕνα βρέφος. Ἀλλά τί εἶναι τό βρέφος αὐτό, πού γίνονται τόσα θαύματα καί στό κεφαλάκι του ἀστράφτει ἕνας φωτοστέφανος.

Εἶναι ὁ Θεός, πού εἶχε πάρει τή μορφή ἑνός βρέφους. Εἶναι ὁ Χριστούλης, πού σέ λίγο θά γίνη Χριστός καί, ἀφοῦ πεθάνη μαρτυρικά γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, θ' ἀναστηθῆ, θ' ἀναληφθῆ, θ' ἀνέβη πάλι στόν οὐρανό, ἀπ' ὅπου κατέβηκε, γιά νά μείνη στή γῆ τριάντα τρία μόνο χρόνια, καί θά καθίση γιά πάντα στά δεξιά τοῦ Πατέρα του.

Δέν σημαίνει λοιπόν τίποτε, ἄν σήμερα μᾶς παρουσιάζεται σάν ἕνα νεογέννητο παιδί στήν ἀγκαλιά τῆς μητέρας του. Τό βρέφος αὐτό εἶναι ὁ Θεός μας, κι ἄν γονατίσωμε καί ἐμεῖς μπροστά του καί προσευχηθοῦμε, θά μᾶς ἀκούση ὁ Χριστούλης σάν νά τ' κιόλας ὁ μεγάλος Χριστός...

Ἄς μποῦμε λοιπόν στή λαμπρή Φάτνη, πού βλέπουμε μέ τή φαντασία μας, ὅπως τήν εἴδαμε τόσες φορές σέ ἅγιες εἰκόνες ἤ στά παιδιάτικα ὄνειρά μας. Ἄς γονατίσωμε μπροστά του κι ἄς τόν προσκυνήσωμε. Δέν πειράζει, ἄν δέν ἔχωμε νά τοῦ προσφέρωμε, σάν τούς Μάγους, «χρυσόν, λίβανον καί σμύρναν». Τά δικά μας δῶρα, τό ἴδιο εὐπρόσδεκτα ἀπό ἕνα Θεό, εἶναι ἡ πίστη μας, ἡ ἀγάπη μας, ἡ λατρεία μας. Ἔπειτα ἄς προσευχηθοῦμε, ἄς τοῦ ζητήσωμε νά μᾶς δώση ὅ,τι ποθοῦμε περισσότερο.

Ἀλλά τί νά 'ναι αὐτό τό ποθητό;

Μᾶς τό λένε οἱ Ἄγγελοι μέ τόν ὕμνο τους:

 

«Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ

καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

 

Ναί, αὐτό θά ζητήσωμε καί μεῖς ἀπό τόν νεογέννητο Χριστούλη: νά ξαναφέρη στή γῆ τήν εἰρήνη, πού τόσο καιρό τώρα λείπει μακριά. Καί θά τόν παρακαλέσωμε τόσο θερμά, ὥστε νά μᾶς εἰσακούση.

 

Γρηγόριος Ξενόπουλος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΟΡΦΑΝΩΝ

 

 

Ὁ ξανθός Ἡ χρονιά τοῦ 1943, ὅπως ὅλες οἱ χρονιές τῆς

ἐπισκέπτης μαύρης Κατοχῆς, ἦταν φριχτή· πείνα, ἀρρώστια καί δυστυχία μάστιζαν τόν τόπο. Ὅ,τι καλό εἶχε ὁ τόπος, τό ἔπαιρναν οἱ Γερμανοί· καί ὅ,τι ἄφηναν ἐκεῖνοι, τό ἅρπαζαν οἱ Ἰταλοί καί οἱ Βούλγαροι.

Μέσα στή γενική αὐτή δυστυχία, ὁ Θοδωράκης καί ἡ Φανή ἦταν ὀρφανά ἀπό πατέρα· τόν σκότωσαν οἱ Γερμανοί στήν ἀρχή τοῦ 1943, γιατί τόν ἔπιασαν - ἔλεγαν - σέ μιά σιδηδρομική γέφυρα μέ χειροβομβίδες. Ἔτσι ἔμειναν τά δύο παιδιά μόνα στόν κόσμο μέ τή μητέρα τους, μόνα καί ἀπροστάτευτα.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ κυρά-Ἄννα δέν λύγισε. Ἔκρυψε στά κατάβαθα τῆς καρδιᾶς τόν πόνο της καί ἄρχισε νά ξενοδουλεύη, γιά νά ζήση τά παιδάκια της. Καί πάλι δέν πρόφταινε μέ τή μεγάλη ἀκρίβεια, πού ἔδερνε τότε τήν Ἐλλάδα.

Καί σάν νά μήν ἔφταναν ὅλα αὐτά, ἔπεσε καί στό κρεβάτι μέ τά μεγάλα κρύα τοῦ Δεκεμβρίου. Πέρασε βέβαια τό κακό, ἀλλ' ἦρθαν τά χριστούγεννα καί ἀκόμη ἀδύνατη δέν μπόρεσε νά ἐργαστῆ. Γι' αὐτό ἡ παραμονή τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων βρῆκε τό φτωχικό σπιτάκι - ἕνα δωμάτιο ὅλο καί ὅλο - ἔρημο ἀπό πατέρα, ἀπροστάτευτο ἀπό μητέρα, ἄδειο ἀπ' ὅ,τι φέρνει τή χαρά.

Τά δύο παιδιά -10 χρόνων τό ἀγόρι, 8 ἡ κορούλα - ἔκαναν τήν προσευχούλα τους καί κοιμήθηκαν νηστικά, γιατί τό λίγο ψωμάκι τοῦ δελτίου τό εἶχαν φάγει ἀπό τό ἀπόγευμα. Ποιός ξέρει τί ἀχνιστά ψωμιά νά ἔβλεπαν τά καημένα στόν ὕπνο τους!

Ἡ ἄμοιρη μητέρα ἄναψε τό καντήλι, γονάτισε κάτω ἀπό τά εἰκονίσματα καί παρακάλεσε τήν Παναγία καί τό θεῖο παιδάκι της, τόν μικρό Χριστούλη, νά λυπηθοῦν τά ὀρφανά.

Πῶς ἦρθαν τά φετινά Χριστούγεννα! Χωρίς τόν ἄντρα της, χωρίς ψωμάκι, χωρίς ζεστό φαγάκι γιά τά παιδιά της!... Δάκρυα πλημμύρισαν τά μάτια τῆς πονεμένης μητέρας, πού ξέσπασαν σέ θρῆνο.

Ἀλλ' ὁ θρῆνος τῆς ἔφερε κάποιο ἐλάφρωμα καί ἔτσι ἀποκοιμήθηκε καί ἐκείνη. Ὧρες πέρασαν καί ἡ κυρα-Ἄννα ἦταν βυθισμένη στόν ὕπνο· κάποτε, σάν σέ ὄνειρο, ἄκουσε νά χτυποῦν οἱ καμπάμες, πού καλοῦσαν τούς χριστιανούς στή μεγάλη ἑορτή· ὁ ἦχος τους ἔφτανε στ' αὐτιά της χαρμόσυνος, ἀλλά μισοσβημένος.

Θέλει νά σηκωθῆ, νά τρέξη στήν ἐκκλησία μέ τά ξυπόλυτα παιδάκια της, ἀλλά δέν τά καταφέρνη νά ξυπνήση, σάν νά ἦταν ναρκωμένη. Ὁ κόπος, ἡ ἀδυναμία καί ὁ πόνος τήν κρατοῦν μέ ἄλυτα δεσμά.

Σέ λίγη ὥρα πάλι νόμισε ὅτι χτύπησαν τήν θύρα· ἦταν ὅμως τόσο βαρύς ὁ ὕπνος της, πού οὔτε τώρα τήν ἄφηνε νά σηκωθῆ. Κάποιος πέρασε μέσα ἐλαφρά ἐλαφρά, σάν νά πατοῦσε στά νύχια, νά μήν τούς ξυπνήση. Ποιός τάχα νά ἦταν; Ἄνοιξε τά μάτια της νά δῆ· τῆς φάνηκε ὅτι τά ἄνοιξε. Καί εἶδε τότε ὅτι ὁ ξένος ἦταν ἕνας νέος γλυκός, ξανθός, μέ μάτια γεμάτα συμπάθεια, λέτε καί ἦταν ἄγγελος.

Ἔκαμε νά φωνάξη, νά ρωτήση ποιός ἦταν αὐτός μέ τήν οὐράνια ὀμορφιά, ἀλλ' ὁ βαρύς ὕπνος δέν τήν ἄφηνε. Ὁ ἐπισκέπτης προχώρησε δύο τρία βήματα καί ἔβαλε ἕνα χάρτινο κιβώτιο, ἕνα μεγάλο κιβώτιο, ἀπάνω στό τραπέζι τοῦ σπιτιοῦ.

Ἅπλωσε ἔπειτα στά δύο παιδάκια τά ἀγγελικά του χέρια, πού εἶχαν στίς παλάμες κάποια παλιά οὐλή. Τά χάιδεψε καί ἕνα φῶς ζωηρό, ἀλλ' ἁπαλό καί γλυκό χύθηκε γύρω καί φώτισε σάν γελαστός ἀνοιξιάτικος ἥλιος· τούς χαμογέλασε καί ἕνα ἄρωμα ἀπό ρόδα πλημμύρισε τό δωμάτιο.

-Χριστέ μου!  εἶπε, σέ γνώρισα ἀπό τίς θεῖες πληγές Σου!

Ἀλλ' ὅταν βρέθηκε ὀρθή, ὁ γλυκός καί ξανθός ἐπισκέπτης μέ τά οὐράνια μάτια εἶχε χαθῆ. Τό ὄνειρο εἶχε σβήση· μόνο τό φῶς τοῦ καντηλιοῦ τρεμόσβηνε στό εἰκονοστάσι.

 

Τό χάρτινο Ἔκαμε τό σταυρό της καί ἔπειτα ἔριξε μιά ματιά

κιβώτιο στά παιδιά της· ἡ ἀναπνοούλα τους ἀκουγόταν ἐλαφρά· κοιμόταν ἥσυχα ἥσυχα, σάν σέ θεῖο παράδεισο, εὐλογημένα ἀπό τά χέρια μέ τίς θεῖες πληγές!

Ὅταν ὅμως τό βλέμμα της ἔπεσε στό τραπέζι, εἶδε ἐκεῖ πάνω ἕνα κιβώτιο χάρτινο, σάν ἐκεῖνο πού ἄφησε ὁ θεῖος ἐπισκέπτης. Μέ ὅλη τήν ἀδυναμία της ἔτρεξε καί τό πῆρε στά χέρια της· τῆς φάνηκε πολύ βαρύ. Τό ἄνοιξε· ὤ τό θαῦμα! χίλια δυό καλά.

-Χριστέ μου! Χριστέ μου! εἶπε πάλι. Καί ἄρχισε νά φωνάζη μέ χαρά τά παιδάκια της:

Θοδωράκη, Φανή! Ξυπνῆστε! Σηκωθῆτε γρήγορα!

Καί τά ἔπιανε πότε ἀπό τά πόδια, πότε ἀπό τά χέρια νά ξυπνήσουν.

Τά δύο παιδιά ξύπνησαν τέλος ἀπό τόν βαθύ πρωινό ὕπνο καί καθισμένα στό κρεβάτι ἔτριβαν τά ματάκια τους. Τρομαγμένα ἀπό τό πρωινό ἀγουροξύπνημα ρώτησαν μέ ἀπορία;

-Γιατί μανούλα, μᾶς ξύπνησες τόσο πρωί;

-Ἐλᾶτε, ἐλᾶτε γρήγορα νά δῆτε· τούς ἀπάντησε καί τούς ἔδειξε τό κιβώτιο.

 

Τί νά δοῦν!  Ἐπάνω ἦταν δύο ζευγαράκια παπούτσια ἀκριβῶς στό πόδι τους· ἕνα κοστούμι γιά ἀγόρι, ἕνα φορεματάκι ζεστό γιά κοριτσάκι, ἕνα φόρεμα μάλλινο σέ πήχεις γυναικεῖο, δύο τόπια πολύχρωμα, μία κούκλα καί ἕνας σιδηρόδρομος, σιδηρόδρομος σωστός μέ μηχανή, σκευοφόρο καί βαγόνια. Τά παιδιά δέν χόρταιναν νά τά βλέπουν καί τά δάκτυλά τους ἄρχισαν νά τά ψάχνουν.

Ἀπό κάτω ἦταν καί δεύτερος θησαυρός. Κουτιά, κουτιά χάρτινα καί τενεκεδένια. Ἄλλα εἶχαν κρέας, ἄλλα ψάρια, ἄλλα συμπνυκωμένο γάλα, ἄλλα νωπό βούτυρο, ἄλλα φυστίκια, γαλετάκια, ζάχαρη, σοκολάτα, τσάι, καραμέλλες, ἀφράτα μπισκότα· ὡς καί βόλοι ἦταν μέσα, νά παίζουν παιδιά.

Τά ὀρφανά τά ἔχασαν· ποιός τάχα νά ἔστειλε τά πολύτιμα πράγματα· Καί ἔκπληκτα ρώτησαν:

-Ποιός τά ἔφερε αὐτά, μητέρα;

-Ὁ καλός Χριστός! Τόν εἶδα μέ τά μάτια μου!

Ὁ Θοδωράκης ἀνυπόμονος πῆρε τό κοστούμι καί ἄρχισε νά τό ἐρευνᾶ. Σέ μιά τσέπη βρῆκε ἕνα φάκελο.

-Μανούλα, κοίταξε ἐδῶ, ἕνα γράμμα· εἶπε καί τό ἔδωσε στή μητέρα του.

Τό ἄνοιξαν· εἶχε μέσα ἕνα χαρτονόμισμα τῶν 10 δολαρίων καί ἕνα σημείωμα ἑλληνικά γραμμένο:

«Μία οἰκογένεια ἀπό τόν Καναδά στέλνει τό μικρό αὐτό δῶρο σέ μία Ἑλληνίδα μητέρα καί στά παιδάκια της;» .

Τήν ὥρα ἐκείνη - εἶχε βγῆ πιά ὁ ἥλιος - ἄνοιξε ἡ θύρα τοῦ σπιτιοῦ καί μπῆκε μέσα ἡ κυρία Χαρίκλεια, ἀδερφή τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ καί γνωστή κυρία τοῦ Φιλοπτώχου Ταμείου τῆς ἐνορίας. Γύριζε ἀπό τή λειτουργία καί πέρασε νά πῆ στήν κυρα-Ἄννα γιά τό δέμα, πού εἶχε ἀφήσει περνώντας. Τό ἔστελνε ὁ Ἐρυθρός Σταυρός, πού στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ φροντίζει γιά τούς δυστυχισμένους ὅλου τοῦ κόσμου. Ἀλλά δέν εἶπε τίποτε, γιά νά μήν ταράξη τήν προσευχή τους.

Γονατισμένοι, μητέρα καί ὀρφανά, ἐμπρός στά εἰκονίσματα εὐχαριστοῦν τό Θεῖο Παιδάκι, πού γεννήθηκε τή μέρα ἐκείνη, γιά νά φέρη στόν κόσμο τήν παρηγοριά, τήν ἀγάπη, τήν καλοσύνη. Τό παρακαλοῦσαν ἀκόμη νά προστατεύη τήν ἄγνωστη καί μακρινή ἐκείνη οἰκογένεια μέ τή γενναία χριστιανική καρδιά.

Θερμά δάκρυα, πού ἔλαμπαν σάν διαμάντια, κατέβαιναν ἀπό τά μάτια τους!

Νικόλαος Α. Κοντόπουλος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

Τί ὡραῖα λόγια! Τί γλυκιά μελωδία ἀκούσαμε ἀπόψε! ἔλεγε ἡ Ἑλένη στή μητέρα της τό βράδυ τῆς Παρασκευῆς τῆς πέμπτης ἑβδομάδας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καθώς γύριζαν στό σπίτι ἀπό τήν ἐκκλησία. Καί χωρίς νά τό καταλάβη σιγοψιθύρισε:

Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τό Χαῖρε.

Δέν θυμόταν ὅμως τό παρακάτω κι ἐξακολούθησε:

Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τά νικητήρια· ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν, εὐχαριστήρια ἀναγράφω σοι, ἡ Πόλις σου, Θεοτόκε. Ἀλλ' ὡς ἔχουσα τό Κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοι:Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε.

 

-Δέν ξέρω, μητέρα, γιατί αὐτό τό τροπάριο μ' ἀρέσει πολύ, συνέχισε ἡ Ἑλένη, ὅταν τελείωσε τό ψάλσιμο.

-Μά εἶναι, παιδί μου, νά μή σ' ἀρέση καί νά μή σ' ἐνθουσιάζη ὁ ὕμνος αὐτός τῆς Παναγίας μας, ὁ ὁποῖος συνδέεται μέ μία ἀπό τίς πιό ἔνδοξες σελίδες τῆς ἱστορίας τοῦ Ἔθνους μας;

-Ἀλήθεια, μητέρα, ἔχει κι αὐτός, ὅπως καί πολλοί ἄλλοι ἐκκλησιαστικοί μας ὕμνοι, σχέση μέ τήν ἱστορία τοῦ Ἔθνους μας; ρώτησε τώρα ἡ Ἑλένη ἐπίτηδες, γιά νά κάμη τή μητέρα της νά τῆς διηγηθῆ κάτι καινούργιο γιά τά κατορθώματα τῶν προγόνων μας, τά ὁποῖα τόσο τήν συγκινοῦσαν καί τήν συνάρπαζαν.

Κι ἡ μητέρα, ἡ ὁποία ἀφορμή ζητοῦσε, γιά ν' ἀπασχολῆ τήν κόρη της μέ ὠφέλιμες ἱστορίες, ἄρχισε:

 

«Πολλές φορές ἡ Κωνσταντινούπολη, παιδί μου, ἡ θαυμαστή πρωτεύουσα τῆς ἔνδοξης Ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας, ἀντιμετώπισε μεγάλους καί φοβερούς κινδύνους καί πολλές φορές χρειάστηκε ν' ἀγωνιστῆ σκληρά καί νά χύση ἄφθονο τό αἷμα τῶν παλληκαριῶν της, γιά νά τούς νικήση.

» Μά ἐκείνη τή φορά βρέθηκε χωρίς πολλούς ὑπερασπιστές καί ἡ ἀγωνία, τήν ὁποία δοκίμασε ὁ λαός μπροστά στή βάρβαρη ἐπίθεση τοῦ ἐχθροῦ, δέν ἦταν λίγη.

» Ἦταν τήν ἐποχή, πού ὁ Ἡράκλειος, ἀφοῦ συνθηκολόγησε μέ τούς βορινούς ἐχθρούς τοῦ Κράτους, τούς Ἀβάρους, κήρυξε τόν πόλεμο ἐναντίον τῶν Περσῶν κι εἶχε πάει μακριά, μέσα στά βάθη τῆς Περσίας.

» Ἤθελε νά χτυπήση τό θηρίο στήν καρδιά του, μέσα στή χώρα του, γιατί ὁ κίνδυνος ἀπ' αὐτό ἦταν μεγάλος. Κίνδυνος τοῦ Ἔθνους, κίνδυνος τοῦ Χριστοῦ, κίνδυνος τοῦ πολιτισμοῦ.

» Οἱ νικηφόρες μάχες τῶν Ἑλλήνων ἀκολουθοῦσαν ἡ μία τήν ἄλλη, κι ὁ Πέρσης βασιλιάς Χοσρόης εἶχε περιέλθει σέ δύσκολη θέση. Ἔπρεπε ν' ἀφήση τή Χαλκηδόνα, ἀπό τήν ὁποία μέ τά στρατεύματά του πίεζε τήν πρωτεύουσα, καί νά γυρίση στήν Περσία. Προσπάθησε ὅμως στό μεταξύ νά πείση τούς Ἀβάρους, γιά νά παραβιάσουν τή συμφωνία, τήν ὁποία εἶχαν κάνει μέ τόν Ἡράκλειο, καί νά ἐπιτεθοῦν ἐναντίον τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τό βορρά. Προπαντός τώρα, πού ὁ αὐτοκράτορας μέ τόν πολύ στρατό ἦταν πολύ μακριά καί δέν ὑπῆρχε τρόπος νά γυρίση. Καί οἱ Ἄβαροι, χωρίς πολλούς δισταγμούς ἤ ἐπιφυλάξεις δέχτηκαν καί παρασπόνδησαν.

» Ἐπετέθησαν λοιπόν ἐναντίον τῆς αὐτοκρατορίας καί ἄρχισαν νά καῖνε, ν' ἁρπάζουν, νά λεηλατοῦν καί νά καταστρέφουν τίς βορινές ἐπαρχίες, προχωρώντας σιγά-σιγά πρός τήν Πόλη, ἕως ὅτου ἔφτασαν ἔξω ἀπό τά τείχη της καί τήν πολιόρκησαν.

» Φαντάζεσαι τώρα, Ἑλένη, τήν ἀγωνία τοῦ πολιορκημένου λαοῦ. Οἱ ἱκανοί μαχητές του ἦταν στήν Περσία, Καί αὐτοί ἦταν τόσο λίγοι... Καί πάλι ὅμως δέν δείλιασαν. Ἐνίσχυσαν τή φρουρά τῶν τειχῶν κι ἀντέταξαν ἀποτελεσματική ἄμυνα.

» Ἀλλά ἡ πολιορκία γινόταν πιό στενή κι ἡ πίεση στά τείχη μεγάλωνε. Μάταια ὁ πατριάρχης Σέργιος καί ὁ πρωθυπουργός Βῶνος παρακαλοῦσαν τόν ἀρχηγό τῶν Ἀβάρων Χαγάνο νά δεχτῆ ὅσα δῶρα θελήση νά ζητήση καί νά ἐγκαταλείψη τήν Πόλη.

» Ὑπερήφανος ἐκεῖνος γιά τήν εὔκολη, ὅπως νόμισε, κατάκτηση ἔδιωξε μέ βάναυσο τρόπο τούς ἀπεσταλμένους μ' αὐτά τά ἀγέρωχα λόγια:

-Δέν δέχομαι τίποτε. Νά φύγετε ὅλοι ἀπό τήν Πόλη, γιατί δέν πρόκειται νά γλυτώση κανείς. Εἶναι ἀδύνατον νά σωθῆτε, ἐκτός ἄν γίνετε ψάρια καί περάσετε τή θάλασσα κολυμπώντας ἤ πουλιά καί πετάξετε στόν ἀέρα.

»  Κι ἐπανέλαβε τήν ἐπίθεσή του αὐτή τή φορά ἀπό ξηρά μέ τίς περίφημες πολιορκητικές μηχανές, τούς κινητούς πύργους, κι ἀπό τή θάλασσα μ' ἀναρίθμητα μονόξυλα.

» Ὁ λαός τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑποστήριζε τήν ἄμυνά του. Ἔστρεψε ὅμως τά βλέμματα καί τήν ψυχή του στό Θεό.

» Ἐκεῖ, κοντά στά τείχη, στήν ἐκκλησία τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, γονατιστοί ὅλοι προσεύχονταν μπροστά στήν Ἅγια εἰκόνα γιά τή σωτηρία τῆς Πόλεως. Καί, ὤ θαῦμα!

» Τήν ὡς τή στιγμή ἐκείνη γαληνεμένη θάλασσα τάραξε τρομερή τρικυμία. Τά μονόξυλα ἕνα ἕνα ἀναποδογύριζαν καί βούλιαζαν. Κι ἡ ψυχή τῶν πολιορκημένων διαμιᾶς γιγαντώθηκε, ὅσο ποτέ ἄλλοτε. Ὅρμησαν ἐναντίον τῶν Ἀβάρων ἔξω ἀπό τά τείχη. Κι αὐτοί, φοβισμένοι ἀπό τή συμφορά τῆς θάλασσας κι ἀπό τήν ἀπροσδόκητη τροπή τῆς καταστάσεως, διαλύθηκαν κι ἀναγκάστηκαν νά φύγουν. Νά φύγουν καί νά μήν ξαναγυρίσουν!

» Κι ἀμέσως πολεμιστές ἀνδρεῖοι, γέροντες σεβάσμιοι, γυναῖκες εὐσεβεῖς καί παιδιά χαρούμενα, ὅλοι πλημμυρισμένοι ἀπό εὐτυχία, μέ τόν Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος κρατοῦσε τή θαυματουργή εἰκόνα μπροστά, ξεκίνησαν γιά τήν ἐκκλησία τῆς Παναγίας.

» Ὅλη τή νύχτα, ὄρθιοι, χωρίς κανείς τους νά καθίση, ἔψαλλαν στήν Ὑπερμάχο Στρατηγό νικητήριους ὕμνους, εὐχαριστίες καί δοξολογίες γιά τό θαῦμα τῆς σωτηρίας τους. Ἔψαλλαν τόν Ἀκάθιστο Ὕμνο, παιδί μου, τόν ὁποῖο καί ἐμεῖς κάθε χρόνο, σάν ἀπόψε, ἐπαναλαμβάνομε στή μνήμη τῆς προστάτιδός μας Παναγίας καί τῶν ἀνδρείων ἐκείνων».

Θεόδωρος Γιαννόπουλος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΟ ΧΤΙΣΙΜΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ

 

(Βυζαντινές παραδόσεις)

1. ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΥΡΙΟΥ ΦΡΟΥΡΕΙ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

 

Ὅταν χτιζόταν ἡ Ἁγιά Σοφιά, ἕνα Σάββατο, τό μεσημέρι, ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανός κάλεσε τόν πρωτομάστορα, τούς τεχνίτες καί τούς ἐργάτες σέ τραπέζι.

Ὁ πρωτομάστορας εἶχε ἔνα παιδί δεκατεσσάρων χρόνων, πού τοῦ ἀνέθεσε νά φυλάη τά ἐργαλεῖα του, ὅση ὥρα θ' ἀπουσίαζε.

Ἐκεῖ πού καθόταν τό παιδί κοντά στά ἐργαλεῖα, νά σου ξαφνικά καί τοῦ παρουσιάζεται ἕνας ἄρχοντας μέ λαμπρά λευκά φορέματα καί μέ πρόσωπο, πού ἄστραφτε σάν ἥλιος. Φαινόταν σάν ἀπεσταλμένος ἀπό τόν αὐτοκράτορα κι ἔδειχνε πώς ἦταν θυμωμένος.

-Γιατί οἱ τεχνίτες ἄφησαν τό ἔργο τοῦ Θεοῦ καί πῆγαν νά τρῶνε καί νά πίνουν; ρώτησε τό παιδί ὁ ἄγνωστος ἄρχοντας.

-Ἄρχοντά μου, τώρα σέ λίγο ἔρχονται.

-Πήγαινε καί φώναξέ τους νά ἔρθρουν γρήγορα νά ἐργαστοῦν στό ἔργο τοῦ Θεοῦ.

-Ἄρχοντά μου, φοβοῦμαι νά πάω, νά μή χαθῆ κανένα ἀπό τά ἐργαλεῖα τοῦ πατέρα μου.

-Πήγαινε κι ἐγώ σοῦ ὁρκίζομαι στήν Ἁγία Σοφία, πού χτίζεται τώρα, ὅτι δέ θά φύγω, ὥσπου νά ἐπιστρέψης, γιατί μ' ἔστειλε ὁ Θεός νά εἶμαι φύλακας ἐδῶ.

Τό παιδί ἔτρεξε στό βασιλικό τραπέζι, γιά νά πῆ στόν πατέρα του τήν ἐντολή, πού τοῦ ἔδωκε ὁ ἄγνωστός του ἄρχοντας. Κι ὁ πρωτομάστορας ἀνέφερε τό γεγονός στόν αὐτοκράτορα.

Παραξενεύτηκε ὁ Ἰουστινιανός καί διέταξε ἕναν ἀξιωματικό νά πάη νά δῆ τί συμβαίνει.

Ὁ ἀξιωματικός πῆγε ἀμέσως ἐκεῖ, ὅπου ἦταν τά ἐργαλεῖα τοῦ πρωτομάστορα, ἀλλά κανέναν δέν βρῆκε νά τά φυλάη. Καί γύρισε καί τό ἀνέφερε στόν αὐτοκράτορα.

Κάλεσε τότε ὁ αὐτοκράτορας ὅλους τούς ἄρχοντες τοῦ παλατιοῦ καί τούς ἔδειξε ἕναν ἕναν στό παιδί νά τοῦ πῆ ποιός ἦταν ἐκεῖνος, πού τό ἔστειλε.

-Κανένας ἀπό αὐτούς τούς ἄρχοντές σου δέν ἦταν, βασιλιά μου, εἶπε τό παιδί. Ἐκεῖνος ἦταν μέ λαμπρά λευκά φορέματα καί μέ τόσο ὡραῖο καί φωτεινό πρόσωπο, πού δέν ἔχω δεῖ ἄλλον ὅμοιό του.

Κατάλαβε πιά ὁ Ἰουστινινός τί συμβαίνει καί συγκινημένος εἶπε μέ εὐλάβεια:

-Ἀλήθεια, Ἄγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στό παιδί καί τοῦ ἔδωσε τήν ἐντολή. Σέ εὐχαριστῶ, Παντοδύναμε, πού μοῦ φανέρωσες τήν ἀγάπη Σου καί τό ὄνομα τῆς ἐκκλησίας. Σέ εὐχαριστῶ ἀκόμη, πού μοῦ ἔστειλες τόν Ἄγγελό Σου φύλακα τῆς ἐκκλησίας στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

Στό παιδί ἔδωσε διαταγή νά μή γυρίση κοντά στό χτίσιμο, καί κάλεσε τόν Πατριάρχη, τούς ἐπισκόπους καί τούς ἄρχοντες νά τούς συμβουλευθῆ. Ὅλοι συμφώνησαν νά μήν πάη ἄλλη φορά τό παιδί στήν ἐκκλησία, γιά νά τό περιμένη ὁ Ἄγγελος καί νά μένη φύλακάς της, ὅπως τοῦ ὁρκίστηκε. Κι ἀφοῦ ἔδωσε πολλά δῶρα στό παιδί καί τό ἔκαμε πολύ πλούσιο, μέ τή συγκατάθεση τοῦ πατέρα του τό ἔστειλε νά περάση ὅλη τή ζωή του στά Δωδεκάνησα.

 

2. ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΥΡΙΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΧΡΥΣΑΦΙ

 

Τό χτίσιμο τῆς Ἁγίας Σοφίας εἶχε φτάσει ὡς τό σημεῖο, πού θά γύριζαν τό μεγάλο τροῦλο. Τό βασιλικό ταμεῖο ὅμως εἶχε πιά ἀδειάσει ἀπό τούς θησαυρούς του. Κι ὁ Ἰουστινιανός, πολύ στενοχωρημένος, σκεφτόταν πῶς νά ἐξοικονομήση κι ἄλλα πολλά χρήματα, πού χρειαζόταν ἡ ἐκκλησία, γιά νά τελειώση.

Ἐκεῖ τοῦ παρουσιάστηκε ἔξαφνα ἕνας λευκοφορεμένος καί μέ φωτεινό πρόσωπο ἄρχοντας καί τόν ρώτησε:

-Γιατί εἶσαι λυπημένος, Δέσποτά μου;

-Μοῦ ἔχουν τελειώσει τά χρήματα καί δέν ἔχω νά πληρώσω τούς μαστόρους σήμερα, πού εἶναι Σάββατο, ἀπάντησε ὁ αὐτοκράτορας.

Καί παρατηροῦσε μέ ἀπορία τόν ἄρχοντα, γιατί πρώτη φορά τόν ἔβλεπε.

-Μή λυπᾶσαι γι' αὐτό, Δέσποτα. Αὔριο τό πρωί στεῖλε μου μερικούς ἀπό τούς ἄρχοντες μέ πενήντα ὑπηρέτες καί εἴκοσι μουλάρια, γιά νά σοῦ δανείσω ὅσο χρυσάφι χρειάζεσαι. Ἐγώ θά τούς περιμένω στή Χρυσή Πόρτα.

Τόση ἦταν ἡ χαρά τοῦ Ἰουστινιανοῦ γιά τήν ἀνέλπιστη προσφορά τοῦ ἄρχοντα, πού τά ἔχασε κι οὔτε τ' ὄνομά του ρώτησε νά μάθη οὔτε τόν τόπο του.

Κι ἐκεῖνος ξαφνικά ἐξαφανίστηκε, ὅπως εἶχε ξαφνικά παρουσιαστῆ.

Τήν ἄλλη μέρα τό πρωί τέσσερες ἀπό τούς μεγαλύτερους ἄρχοντες μέ πενήντα ὑπηρέτες καί εἴκοσι μουλάρια ἔφτασαν στή Χρυσή Πόρτα, ὅπου τούς περίμενε λευκοφορεμένος καί καβάλα σέ κόκκινο ἄλογο ὁ ἄγνωστος ἄρχοντας. Κι ἀπό κεῖ τούς ὁδήγησε σ' ἕναν τόπο, ὅπου ἀντίκρισαν καταμαγεμένοι ἕνα τόσο ὡραῖο καί πλούσιο παλάτι, πού ποτέ τους δέν εἶχαν ξαναδεῖ. Κι ὅταν τούς ὁδήγησε στό ἐσωτερικό καί μ' ἕνα χρυσό κλειδί ἄνοιξε τό θησαυροφυλάκιό του, ἔμειναν ἄφωνοι. Ἦταν ἕνα μεγάλο δωμάτιο γεμάτο χρυσά νομίσματα.

Τούς γέμισε λοιπόν σαράντα σακίδια χρυσάφι καί τούς ἔστειλε πίσω στόν Ἰουστινιανό, δίνοντάς τους τήν ἑξῆς παραγγελία: «Νά πῆτε στόν αὐτοκράτορα νά χτίση τήν Ἁγία Σοφία τοῦ Θεοῦ».

Ὅταν ὁ Ἰουστινιανός εἶδε τόν ἀμύθητο πλοῦτο, θαύμασε καί ρώτησε τούς ἄρχοντες σέ ποιο τόπο πῆγαν κι ἄν ἔμαθαν ποιός ἦταν ἐκεῖνος ὁ ἄρχοντας. Οἱ ἄρχοντες τοῦ εἶπαν τόν τόπο, δέν ἤξεραν ὅμως τό ὄνομα τοῦ δανειστῆ.

«Ἀσφαλῶς θά ἔρθη νά μοῦ ζητήση κάποιο μεγάλο ἀξίωμα γι' ἀνταμοιβή», σκέφτηκε ὁ αὐτοκράτορας.

Ἀλλά ὁ ἄγνωστος ἄρχοντας δέν παρουσιάστηκε πιά. Καί ὁ Ἰουστινιανός ἔστειλε τούς ἴδιους, πού ἔφεραν τό χρυσάφι, νά φέρουν καί τόν ἄρχοντα, Μά οὔτε παλάτι οὔτε σπίτι οὔτε δρόμο πατημένο βρῆκαν στόν ἴδιο τόπο.

Ἔνιωσε πιά τήν ἀλήθεια ὁ αὐτοκράτορας καί εὐχαρίστησε μέ μεγάλη εὐλάβεια τό Θεό. «Τώρα γνώρισα ὅτι ἔστειλες, Θεέ μου, τόν Ἄγγελό Σου καί μοῦ ἔφερε τή μεγάλη δωρεά Σου, γιά νά χτίσω τήν ἐκκλησία Σου. Εὐλογημένο νά εἶναι τό Ἅγιο Ὄνομά Σου».

Γεώργιος Ν. Καλαματιανός

 

 

 

 

 

 

ΠΑΣΧΑ ΣΤΑ ΠΕΛΑΓΑ

«Χριστὸς Τό πλοῖο ὁλοσκότεινο ἔσχιζε τά νερά ζητώντας

Ἀνέστη» ἀνυπόμονα τό λιμάνι του. Δέν εἶχε ἄλλο φῶς παρά τά

δύο χρωματιστά φανάρια ζερβόδεξα τῆς γέφυρας· ἕνα ἄλλο φανάρι ἄσπρο, ἀχτινοβόλο, ψηλά στό πλωριό κατάρτι καί ἄλλο ἕνα μικρό πίσω στήν πρύμνη μου. Τίποτε ἄλλο.

Οἱ ἐπιβάτες ὅλοι ξαπλωμένοι στίς καμπίνες τους, ἄλλοι παραδομένοι στόν ὕπνο καί ἄλλοι στούς συλλογισμούς. Οἱ ναῦτες καί θερμαστές, ὅσοι δέν εἶχαν ὑπηρεσία, κοιμόνταν βαριά στά κρεβάτια τους. Ὁ καπετάνιος μέ τόν τιμονιέρη ὀρθοί στή γέφυρα, μαῦροι ἴσκιοι, πού κυβερνοῦσαν στό χάος τήν τύχη τοῦ τυφλοῦ σκάφους καί τῶν κοιμισμένων ἀνθρώπων.

 

Ἔξαφνα ἡ καμπάνα τῆς γέφυρας σήμανε μεσάνυχτα. Μεσάνυχτα σήμανε καί ἡ καμπάνα τῆς πλώρης. Τό καμπανοχτύπημα γοργό, χαρούμενο, ἐπέμενε νά ρίχνη τόνους μεταλλικούς περίγυρα, κάτω στή σκοτεινή θάλασσα καί ψηλά στόν ἀστροφώτιστο οὐρανό, καί νά κράζη ὅλους στό κατάστρωμα. Καί μεμιᾶς τό σκοτεινό πλοῖο πλημμύρισε ἀπό φῶς, θόρυβο, ζωή. Ἄφησε τό πλήρωμα τά κρεβάτια του καί οἱ ἐπιβάτες τίς καμπίνες τους.

Ἐμπρός στήν πλώρη καί στήν πρύμνη πίσω ἀνυπόμονα ἔφευγαν ἀπό τά χέρια τοῦ ναύκληρου τά πυροτεχνήματα, ἔφταναν, λές, τ' ἀστέρια, καί ἔπειτα ἔσβηναν στήν ἄβυσσο.

Τά ξάρτια, τά σχοινιά, οἱ κουπαστές ἔλαμπαν, σάν ἐπιτάφιοι ἀπό τά κεριά. Καί δέν ἦταν ἐκείνη τή στιγμή τό καράβι παρά ἕνα μεγάλο πολυκάντηλο, που ἔφευγε πάνω στά νερά σάν πυροτέχνημα.

Ἡ γέφυρα στρωμένη μέ μία μεγάλη σημαία ἔμοιαζε Ἅγια τράπεζα. Ἕνα κανίστρι μέ κόκκινα αὐγά καί ἕνα μέ λαμπροκούλουρα ἦταν ἐπάνω. Ὁ πλοίαρχος σοβαρός μέ ἕνα κερί ἀναμμένο στό χέρι ἄρχισε νά ψάλλη τό «Χριστός Ἀνέστη». Τό πλήρωμα καί οἱ ἐπιβάτες γύρω του ξεσκούφωτοι καί μέ τά κεριά στά χέρια ξανάλεγαν τό τροπάρι ρυθμικά καί μέ κατάνυξη.

Χρόνια πολλά, κύριοι!... Χρόνια πολλά, παιδιά μου!... εὐχήθηκε, ἅμα τέλειωσε τόν ψαλμό, γυρίζοντας πρῶτα στούς ἐπιβάτες καί ἔπειτα στό πλήρωμα ὁ πλοίαρχος.

-Χρόνια πολλά, καπετάνιε, χρόνια πολλά!... Ἀπάντησαν ἐκεῖνοι ὁμόφωνα.

Καί τοῦ χρόνου στά σπίτια σας, κύριοι! Καί τοῦ χρόνου στά σπίτια μας, παιδιά, ξαναεῖπε ὁ πλοίαρχος, ἐνῶ ἕνα μαργαριτάρι φάνηκε στήν ἄκρη τῶν ματιῶν του.

-Καί τοῦ χρόνου στά σπίτια μας, καπετάνιε.

 

Εὐχές Ἔπειτα πέρασε ἕνας ἕνας, πρῶτα οἱ ἐπιβάτες, ἔπειτα

καί χαρές τό πλήρωμα, πῆραν ἀπό τό χέρι του τό κόκκινο αὐγό καί ἄρχισαν πάλι οἱ εὐχές καί τά φιλήματα.

-Χριστός Ἀνέστη!

-Ἀληθῶς ὁ Κύριος!

-Καί τοῦ χρόνου σπίτια μας!

Οἱ ἐπιβάτες τράβηξαν στίς θέσεις τους νά φᾶνε τή μαγερίτσα. Οἱ ναῦτες ζευγαρωτά στούς διαδρόμους τσούγκρισαν τ' αὐγά τους, γελοῦσαν, σπρώχνονταν μεταξύ τους, ἔτρωγαν λαίμαργα, καλοχρονίζονταν σοβαρά καί κοροϊδευτικά.

Ἔπαψε τό καμπανοχτύπημα· ἕνα ἕνα ἔσβησαν τά κεριά. Τό καράβι βυθίστηκε πάλι στήν ἡσυχία του. Ὁ καπετάνιος καί ὁ τιμιονιέρης καταμόναχοι πάνω στή γέφυρα, πνεύματα, θαρρεῖς, ἀνάερα, ἐξακολουθοῦσαν τή δουλειά τους σιωπηλοί καί ἄγρυπνοι.

-Γραμμή!

-Γραμμή!

Καί τό πλοῖο ὁλοσκότεινο πάλι ἐξακολούθησε νά σχίζη τά νερά, ζητώντας ἀνυπόμονα τό λιμάνι του.

 

«Διηγήματα τοῦ γυλιοῦ»                                                                Ἀνδρέας Καρκαβίτσας