AΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΑ ΕΡΓΑ
17 May
Δημιουργήθηκε την Tuesday, 17 May 2011 21:44
Η ΑΡΑΠΙΤΣΑ
1. ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ
Ὁ Πέτρος εἶναι γιός δημοσίου ὑπαλλήλου. Πολλές φορές ἔχει ρωτήσει τόν πατέρα του, πού εἶναι εἰρηνοδίκης, ποιά πρέπει νά λέη πατρίδα του, τή Λαμία, ἀπό ὅπου κατάγεται ἡ οἰκογένειά τους κι ἔχει γεννηθῆ ὁ πατέρας του, ἤ τήν Πύλο, ὅπου γεννήθηκε ὁ ἴδιος.
-Ὅλη ἡ Ἑλλάδα εἶναι πατρίδα σου καί γενέτειρά σου! ἀπαντᾶ ὁ πατέρας.
Κι ἀλήθεια ὁ Πέτρος ἀγαπᾶ σάν πατρίδα του, σάν τό χωριό του, κάθε μέρος, κάθε πόλη, ὅπου μετατίθεται ὁ πατέρας του καί ζοῦν ἐκεῖ πιά ἕνα κομμάτι τῆς ζωῆς τους. Μέ πόση λύπη φεύγει ἀπό κάθε τόπο, ὅταν ἔρχεται ἡ μετάθεση τοῦ πατέρα! Τοῦ φαίνεται κάθε φορά ὅτι πουθενά ἀλλοῦ δέν θά τοῦ ἀρέση περισσότερο, δέν θά περάση καλύτερα. Καί κάθε φορά τοῦ ἀρέσει ἄλλο τόσο τό νέο μέρος, πού πηγαίνουν, κάθε φορά περνᾶ ἄλλο τόσο καλά κι ἀκόμα καλύτερα πολλές φορές.
Τώρα τελευταῖα ὁ πατέρας πῆρε καινούργια μετάθεση γιά τήν Νάουσα. Λίγο μακριά ἔπεφτε. Ὁ Πέτρος εἶναι δυνατός στό μάθημα τῆς γεωγραφίας καί θυμόταν καλά ποῦ ἀκριβῶς βρίσκεται. Μέσα στήν καρδιά τῆς Μακεδονίας! Ἀλλά ἡ περιέργειά του ἦταν μεγαλύτερη. Ἄνοιξε τό χάρτη καί πολλή ὥρα κοίταξε καλά-καλά τή θέση τῆς Ναούσης. Ἔδειξε μέ τό χέρι του τή σιδηροδρομική γραμμή, πού περνάει κοντά της, ἔδειξε τό ὄρος Βέρμιο, πού εἶναι ἀπό πάνω της, μέτρησε πόσο ἀπέχει ἀπό τή Βέροια δεξιά, ἀπό τήν Ἔδεσσα ἀριστερά της. Καί κάπως γιά πρώτη φορά ἐπιθύμησε νά πᾶνε γρήγορα, μιά ὥρα γρηγορώτερα.
-Εἶναι σπουδαῖο βιομηχανικό κέντρο! εἶπε ὁ πατέρας.
-Καί τί ἐργασία ἔχει; ρώτησε ἡ μητέρα.
-Περίφημα κλωστήρια καί ὑφαντήρια. Καί ὅλα αὐτά, γιατί ἔχει πολλά νερά!...
-Πολλά νερά; ρώτησε ὁ Πέτρος. Μέ τό νερό κλώθουν καί ὑφαίνουν;
-Μέ τό νερό κινοῦν τίς μηχανές κι ἔχουν φτηνή κίνηση. Ἄν δέν εἶχαν νερό, θά ἤθελαν κάρβουνα ἤ πετρέλαιο καί θά ἦταν τόσο ἀκριβά, πού δέν θά συνέφερνε νά γίνουν ἐργοστάσια ἐκεῖ πάνω. Κατάλαβες;
Ὁ Πέτρος ἔβλεπε μέ τή φαντασία του νερά, πολλά νερά νά πέφτουν μέ βουητό καί μέ ἄφρισμα, καταρράχτες, καί νά βάζουν σέ κίνηση πελώριες μηχανές, πού ἔκαναν τάχα δαιμονικό θόρυβο.
-Θά πᾶμε νά τά δοῦμε τά ἐργοστάσια; ρώτησε μέ μεγάλη περιέργεια.
-Καί βέβαια θά πᾶμε!
-Καί τά νερά ὅλα;
-Ὅλα, ὅλα!
Καί πῆγαν. Μόλις ἔφτασαν στή Νάουσα, ὁ Πέτρος δέν πρόσεξε παρά τά νερά, κι ἄλλο δέν ζήτησε παρά νά πᾶνε νά δοῦν τά ἐργοστάσια.
-Ἔχομε καιρό! Θά πᾶμε καί θά ξαναπᾶμε, εἶπε ἡ μητέρα.
-Θέλω τώρα, βιάζομαι! εἶπε ὁ Πέτρος· καί ἡ μητέρα γέλασε γιά τή βιασύνη του.
-Νά παραλάβη πρῶτα ὁ πατέρας. Νά τακτοποιηθοῦμε.
Ὅσο νά γίνουν αὐτά, ὁ Πέτρος βάλθηκε νά παρατηρῆ τά νερά. Καί τά παρατηροῦσε μέ περιέργεια καί μέ θαυμασμό. Ἔβρισκε κάποιο μυστήριο στά νερά αὐτά. Ὧρες πολλές καθόταν καί κοιτοῦσε, σάν νά τόν μάγευε τό μυστήριό τους αὐτό, πού δέν μποροῦσε νά τό ξεδιαλύνη.
Περνάει μέσα στήν πόλη τό νερό! Βαθιά ρεματιά σχίζει στή μέση τήν πόλη. Νερόβατα μεγάλα κρέμονται στούς ψηλούς ὄχθους τῆς ρεματιᾶς. Κι ἀπό πάνω τους κι ἀνάμεσά τους κρέμονται κάτι πανύψηλα παμπάλαια σπίτια κι ἐργαστήρια.
Στάθηκε ὁ Πέτρος στό πέτρινο γεφύρι καί κοίταζε τό παράξενο θέαμα καί δέν τό χόρταινε.
-Τί γραφικό θέαμα! εἶπε ὁ πατέρας.
Στό βάθος τῆς ρεματιᾶς περνοῦσε τό νερό. Ἐρχόταν κατρακυλώντας ἀπό πάνω καί φαινόταν μαῦρο, κατάμαυρο, μέσα στό σκιερό βάθος τῆς κοίτης. Κι ὅσο αὐτό ἦταν μαῦρο, τόσο οἱ ἀφροί του ἄσπριζαν περισσότερο. Σέ πολλά μέρη γκρεμιζόταν ὁλάφριστο μέσα ἀπό τά σπλάχνα τῶν ἐργαστηρίων. Καί κάτω ἀπό τό γεφύρι σχημάτιζε τό νερό καταρράχτη καί χτυπιόταν καί κλωθογύριζε κι ἄσπριζε.
-Αὐτό εἶναι τό νερό; ρώτησε τήν πρώτη φορά ὁ Πέτρος.
-Αὐτό, ἀλλά ὄχι ὅλο. Ἄλλα ἐργοστάσια τό παίρνουν ἀπό ψηλότερα καί χύνεται ἀπ' ἀλλοῦ.
Πολλές φορές ἔρχεται ὁ Πέτρος στό γεφύρι καί κρεμιέται, θαρρεῖς, κι αὐτός μαζί μέ τά βάτα καί τά νερόχορτα πάνω ἀπό τό νερό καί τό κοιτάζει μέ λαχτάρα καί μέ θαυμασμό, πού εἶναι τόσο ὄμορφο καί τόσο δυνατό καί τόσο χρήσιμο! Τοῦ φαίνεται πώς κλώθει ἐκεῖ στά βάθη τῆς ρεματιᾶς μοναχό του, χωρίς μηχανές καί χωρίς ἐργάτες, ἀτέλειωτα νήματα καί πώς ὑφαίνει τό ἴδιο ἀτέλειωτα τόπια ὑφάσματα.
2. ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΕ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ
Μά δέν ἄργησε νά δῆ ἀπό κοντά πῶς γίνεται μέ μηχανές καί μέ ἐργάτες, ἀλλά πάντα καί μέ τό νερό, τό ἀληθινό κλώσιμο καί τό ἀληθινό ὕφασμα.
Ἀφοῦ δέν ἔχεις σχολεῖο, θά πᾶμε στά ἐργοστάσια! τοῦ εἶπε ἕνα ἀπόγευμα ὁ πατέρας.
Ὁ Πέτρος πέταξε ἀπό τή χαρά του. Πῆγε καί ἠ μητέρα μαζί. Μπῆκαν πρῶτα σ' ἕνα ἀπό τά ἐργαστήρια, πού ἦταν κοντά στό γεφύρι, στήν ὄχθη τῆς βαθιᾶς ρεματιᾶς.
-Νεροτριβές! εἶπε ἡ μητέρα.
Γκάπ! γκούπ! γκάπ! γκούπ! ἀνεβοκατέβαιναν καί χτυποῦσαν κάτι χοντρά πελώρια σανίδια, πού ἔμοιαζαν μέ στοιχειωμένα χέρια δράκων τοῦ παραμυθιοῦ. Χτυποῦσαν πάνω σέ μάλλινα ὑφαντά, κουβέρτες, βελέντζες, κιλίμια, καί τά ἔκαναν κρουστότερα καί μαλακότερα.
-Πᾶμε, πᾶμε, φώναξε ὁ πατέρας. Ἔχει ὑγρασία!
Ὅταν ἀνέβηκαν στήν πλατεία, στό «Κιόσκι», βρῆκαν ἕναν κύριο κοκκινοπρόσωπο, κι ὁ πατέρας τοῦ εἶπε ὅτι σκόπευαν νά ἐπισκεφθοῦν τά ἐργοστάσια.
-Θέλετε νά πᾶμε πάνω στ' ἄλλα ἐργοστάσια; ρώτησε ὁ Κύριος.
-Ναί! ναί! ξεφώνισε ὁ Πέτρος. Κι ὁ πατέρας τόν μάλωσε, πού μπῆκε στή συζήτηση τῶν μεγάλων.
Ὁ κύριος χάϊδεψε πατρικά τόν Πέτρο καί εἶπε γελαστά:
-Δέν μπορεῖ νά τοῦ χαλάσωμε τήν ἐπιθυμία. Θά πᾶμε!
Ἔστειλε καί φώναξαν ἔνα αὐτοκίνητο. Μπῆκαν ὅλοι μέσα.
-Ποῦ θά σᾶς πάω, κύριε δήμαρχε; ρώτησε ὁ σωφέρ.
Ὥστε ὁ δήμαρχος ἦταν; Ὁ Πέτρος ἄνοιξε τά μάτια του καί τ' αὐτιά του. Τό αὐτοκίνητο ἀνέβαινε ἀπό σοκάκια στενά κι ἀπό ἀνηφορικά λιθόστρωτα. Σέ κάποια μέρη ἔλεγε κανείς πώς δέν θά μπορέση νά περάση!
Ὁ κ. δήμαρχος ἔδινε στόν πατέρα διάφορες πληροφορίες. Κι ὁ Πέτρος τ' ἄκουγε ὅλα μέ βαθιά προσοχή. Εἶπε γιά τά ἐργοστάσια, γιά τούς ἐργοστασιάρχες, γιά τούς ἐργάτες, γιά τήν παραγωγή. Ποῦ νά τά καταλάβη καί νά τά θυμηθῆ ὅλα ὁ Πέτρος!
-Ἔχομε δυόμισι χιλιάδες οἰκογένειες στή Νάουσα. Οἱ χίλιες εἶναι ἐργατικές καί ζοῦν ἀπό τά ἐργοστάσια. Τό ἐργοστάσιο, πού πηγαίνομε, θέλει ἕνα ἑκατομμύριο ὀκάδες μαλλιά τό χρόνο. Καί τά φέρνει σχεδόν ὅλα ἀπό τό ἐξωτερικό.
-Καί δέν ὑπάρχει καλό ἑλληνικό μαλλί; ρώτησε ὁ πατέρας.
-Δέν εἶναι κατάλληλο. Τό χρησιμοποιοῦν μόνο γιά κατώτερα εἴδη. Πρέπει νά ἐξευγενισθοῦν τά πρόβατα.
-Τί κρίμα νά βγαίνουν τόσα χρήματα ἔξω!
-Κι ἄν δέν εἴχαμε τό νερό, φαντασθῆτε πόσα χρήματα θά θέλαμε γιά καύσιμη ὕλη! εἶπε ὁ δήμαρχος.
-Γιατί; ρώτησε ὁ Πέτρος, πού ἄρχισε νά ζαλίζεται ἀπ' ὅλα αὐτά, πού δέν τά καταλάβαινε.
-Τά μηχανήματα τῶν ἐργοστασίων κινοῦνται μέ τήν πτώση τοῦ νεροῦ. Ἄν δέν ὑπῆρχε νερό, ἔπρεπε νά φέρνωμε ἀπό τό ἐξωτερικό γαιάνθρακες!
-Καταλαβάινω! εἶπε ὁ Πέτρος.
-Δέν θά εἴχαμε βιομηχανία χωρίς τό νερό! εἶπε ὁ πατέρας. Ὁ λευκός ἄνθρακας εἶναι σωτήριος.
Τήν ὥρα πού ὁ πατέρας ἐξηγοῦσε στόν Πέτρο, γιατί ὀνομάζουν τό νερό «λευκό ἄνθρακα», ἔφτασαν στό ἐργοστάσιο.
Τί ἀπέραντο πού ἦταν! Ὁλόκληρη πολιτεία! Κι ἀπό τίς δυό μεριές τοῦ δρομου ἁπλώνονται τά μεγαλοπρεπῆ του κτίρια. Ἕνας ἀπό τούς ἀδελφούς ἐργοστασιάρχες τούς ὁδηγεῖ. Πρώτη φορά βλέπει ὁ Πέτρος ἕνα τόσο μεγάλο ἐργοστάσιο. Καί παραξενεύεται. Καί τά χάνει. Γυρίζουν, γυρίζουν ἀπό τμῆμα σέ τμῆμα καί τελειωμό δέν ἔχει! Πελώριες αἴθουσες καθαρές, φωτεινές. Χιλιάδες μηχανές, χιλιάδες ἐργάτες, ἔτσι τοῦ φαίνεται.
-Πόσες μηχανές ἔχετε; ρωτᾶ ἁπλοϊκά τόν ἐργοστασιάρχη.
-Ἀργαλειούς 350. Ἀδράχτια 17.000.
Δέν κατάλαβε καί πολύ.
-Ἐργάτες;
-Χίλιους ἑξακόσιους.
Οἱ ἐργάτες καί οἱ ἐργάτριες εἶναι ὅλοι γεροί, καθαροί, γελαστοί! Ἐργάζονται μέ ὄρεξη καί μέ χαρά! Ε ἶναι τόσο ἄνετα, τόσο εὐχάριστα ἐκεῖ μέσα! Εἰδικά μηχανήματα ἐξασφαλίζουν σ' ὅλες τίς αἴθουσες ἕνα θαυμαστό συνδυασμό ἀπό ὑγρασία, ἀερισμό καί θέρμανση. Ζέστη τό χειμώνα, δροσιά τό καλοκαίρι. Καί πάντοτε καθαρός ἀέρας.
Τούς ἔδειξε ὅλα τά τμήματα, ὅλα τά μηχανήματα. Τά πλυντήρια, τά βαφεῖα, τά στεγνωτήρια, τά στραγγιστήρια.
Ἀλλά τί θαῦμα! Σωστό θαῦμα! Στή μιά ἄκρη μπαίνει ἔνα μαλλί ἀκάθαρτο, βρώμικο, καί στήν ἄλλη βγαίνουν χίλιων λογιῶν ὡραῖα ὑφάσματα, κασμήρια ἐκλεκτά, πού δέν ξέρει κανείς ποιό εἶναι ὡραιότερο ἀπό τό ἄλλο σέ χρῶμα, σέ σχέδιο καί σέ ποιότητα.
Τούς πῆγε καί στό σχεδιαστήριο, ὅπου εἰδικός τεχνίτης, σπουδασμένος στήν Ἀγγλία, ἑτοίμαζε τά σχέδια τῶν ὑφασμάτων, ὀχτακόσια ὡς χίλια σχέδια γιά κάθε ἐποχή. Τούς πῆγε καί στίς ἀπέραντες ἀποθῆκες, ὄπου εἶναι στοιβαγμένα χιλιάδες τόπια ἀπό ἕτοιμα πλέον ὑφάσματα.
-Τί παραγωγή φτάνετε; ρώτησε ὁ πατέρας.
-Ὡς δύο ἑκατομμύρια μέτρα τό χρόνο. Ἀλλά ἔχομε ζήτηση πολύ μεγαλύτερη. Δέν προφταίνομε καί ἐργαζόμαστε μέρα καί νύχτα! Ἔμαθαν οἱ Ἕλληνες νά προτιμοῦν τά ἐγχώρια ὑφάσμτα. Προβλέπω ὅτι τά ξένα θά ἐκτοπισθοῦν ὁλωσδιόλου!
-Εὖγε! εὖγε! ἔλεγε μ' ἐνθουσιασμό ὁ πατέρας. Ἀληθινά σᾶς λέω ὅτι αἰσθάνομαι ἀληθινή περηφάνια!
-Πατέρα! Πατέρα! φώναξε ὁ Πέτρος, ἄλλο τόσο ἐνθουσιασμένος καί αὐτός, θέλω νά γίνω ἐργοστασιάρχης.
Ὅλοι γέλασαν μέ τήν καρδιά τους, γιατί φυσικότερο καί καλύτερο φανέρωμα τοῦ θαυμασμοῦ του δέν μποροῦσε νά γίνη.
Προτοῦ φύγουν, πέρασαν νά δοῦν καί τήν κινητήρια μηχανή. Ἀπ' ἐκεῖ μέσα ἔφευγε ὅλη ἡ δύναμη, πού κινοῦσε ἀκούραστα ὅλα τ' ἄλλα μηχανήματα. Ὁ Πέτρος ἤθελε νά μάθη τό καθετί. Μά δέν μποροῦσε νά τά νιώση ὅλα. Ἐκεῖνο πού κατάλαβε καλά, εἶναι ὅτι τό νερό πέφτει ἀπό ψηλά μέσα σέ μιά κλειστή μηχανή, πού τή λένε «τουρμπίνα», τήν κινεῖ μέ χιλιάδες στροφές στό λεπτό, ἀπό τήν κίνηση αὐτή παράγεται ἠλεκτρισμός καί ὁ ἠλεκτρισμός αὐτός κινεῖ καί φωτίζει ὅλο τό ἄλλο ἐργοστάσιο.
Ἦταν ζαλισμένο τό μυαλό τοῦ Πέτρου ἀπό τίς χίλιες μύριες ἐντυπώσεις. Πόσα εἶδε! Πόσα ἄκουσε! Πόσα ἔμαθε!
Στό δρόμο, πού γύριζαν, ὁ πατέρας ἔλεγε:
-Καί νά σκέφτεται κανείς ὅτι ὅλος αὐτός ὁ πλοῦτος γεννήθηκε ἀπό τό νερό!
-Ἀκριβῶς, μόνο ἀπό τό νερό! εἶπε ὁ δήμαρχος. Παλαιότερα ὕφαιναν ἐδῶ μόνο χοντρά ἐγχώρια ὑφάσματα. Ἦταν μία καλή χειροτεχνία. Στά 1880 ὁ γέρο-Κύρτσης εἶδε στόν Πειραιά ἕνα κλωστήριο καί τό μετέφερε ἐδῶ. Ἀπό ἐκεῖνο τό μικρό κλωστήριο νά τί ἔγινε στά πενήντα χρόνια! Κι ὅλα αὐτά, κύριε εἰρηνοδίκη μου, τά χρωστοῦμε στήν ἀγαπητή μας Ἀραπίτσα. Αὐτή εἶναι ἡ ζωή τῆς Ναούσης!
-Ἀραπίτσα!
Ναί, ἔτσι λέμε τό ποταμάκι, πού μᾶς φέρνει ἀπ' τά βουνά τό πολύτιμο νερό. Εἶναι αὐτό, πού περνᾶ μέσα στήν πόλη. Φαίνεται πώς τό εἶπαν Ἀραπίτσα, γιατί εἶναι τό νερό του σάν ὑπόμαυρο. Ἔτσι φαντάζει. Νά τό προσέξετε. Καί ὅποτε θέλετε, νά πᾶμε στόν Ἁι-Νικόλα νά δῆτε τίς πηγές του. Εἶναι μία ὡραία κοιλάδα μέ ποικίλη βλάστηση, ἀπέραντα δάση, χλοερά λιβάδια. Ἀπό κεῖ μέσα πηγάζει ἡ Ἀραπίτσα. Ἀπό κεῖ ἔχω ὑδρεύσευ τήν πόλη. Ἀπό κεῖ κατεβαίνει ὅλος αὐτός ὁ πλοῦτος, ὅλη αὐτή ἡ εὐτυχία!...
Ὁ Πέτρος ψιθύριζε «Ἀραπίτσα! Ἀραπίτσα!». Καί ἡ βαθύσκιωτη ρεματιά μέ τά μαῦρα νερά καί τούς ὁλάσπρους ἀφρούς ἔπαιρνε στή φαντασία του κάποια μαγική μορφή.
Γιῶργος Ἀθάνας
ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΟ ΜΥΣΤΡΑ
1. ΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ
Ὅποιος θέλει νά δῆ μέ τά μάτια του μία ἀρχαία πόλη μέ τούς δρόμους της καί τά ἐρείπιά της, ὄχι μόνο τά ἐρείπια τῶν μνημείων τῆς τέχνης, ἀλλά καί τῶν ἰδιωτικῶν σπιτιῶν, πρέπει νά ἐπισκεφθῆ τή νεκρούπολη τῆς Δήλου. Καί ὅποιος θέλει νά δῆ μία μεσιαωνική νεκρούπολη μέ τά τείχη καί τούς πύργους της, μέ τίς ἐκκλησίες καί τά παλαάτια της, ἀλλά καί μέ τίς πολλές ἑκατοντάδες σπίτια ἰδιωτικά, πού τά ὑπολογίζουν σέ δύο χιλιάδες, πρέπει νά ἐπισκεφθῆ τό Μυστρά.
Δέν ξέρω ἄν ὑπάρχουν πολλοί τόποι, πού νά συνδυάζουν τόσο ἁρμονικά τήν ἔνδοξη ἱστορική παράδοση, τά πλούσια καλλιτεχνικά μνημεῖα καί τό ὑπέροχο φυσικό τοπίο. Ὁπωσδήποτε ὁ Μυστράς ἱκανοποιεῖ τόν κάθε ἐπισκέπτη του, εἴτε προτιμᾶ νά ταξιδέψη μέ τά φτερά τῆς φαντασίας σέ ἔνδοξα γεγονότα τῆς ἱστορίας μας, εἴτε προτιμᾶ νά θαυμάση τῆς τέχνης τήν ὀμορφιά, εἴτε προτιμᾶ νά μεθύση μέ τή μαγεία ἑνός σπάνιου τοπίου τῆς πατρίδας μας.
Ἄς ἀνεβοῦμε λοιπόν ἕνα καλοκαιρινό πρωί, πολύ πρωί, ἐδῶ πάνω, στό ψηλό φρούριο τοῦ βουνοῦ, ἄς καθίσωμε σ' ἕνα μισογκρεμισμένο πύργο κι ἄς φέρωμε μπροστά μας περασμένους καιρούς κι ἀνθρώπους.
Χίλια διακόσια σαράντα ἐννέα μ.Χ., περισσότερα ἀπό ἑφτακόσια χρόνια πρίν ἀπό σήμερα! Γιά πρώτη φορά τήν ἀκατοίκητη κορυφή τοῦ ὀρθίου προβούνου τοῦ Ταϋγέτου, πού ἔχει τό σχῆμα μυζήθρας καί γι' αὐτό -ὅπως πιστεύουν πολλοί- πῆρε τό ὄνομα Μυζηθράς καί κατά συγκοπήν Μυστράς, κόσμος πολύς τήν ἀνεβαίνει. Τεχνίτες καί σύνεργα καί μουλάρια φορτωμένα πέτρα κι' ἀσβέστη μέρες καί μῆνες δουλεύουν σάν μέλισσες.
Σιγά-σιγά ὀρθώνεται τό φράγκικο φρούριο τῶν Βιλαρδουῒνων, πού πῆραν στό μερίδιό τους τό Μορέα (τήν Πελοπόννησο), ὅταν οἱ Φράγκοι καί οἱ Βενετοί μοίρασαν τίς χῶρες τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.
Οἱ Φράγκοι βουλήθηκαν νά στεφανώσουν τό βουνό μέ τό φρούριο τό ἄπαρτο, γιά νά καθίσουν πιό ἀσφαλεῖς στόν τράχηλο τῶν Ἑλλήνων τοῦ Μοριᾶ. Ἕλληνες ὅμως ἐπιστρατευμένοι μέ τή βία εἶναι τό μελισσολόι τῶν τεχνιτῶν καί τῶν ἐργατῶν, πού στερεώνουν ἀτράνταχτο αὐτό τό φρούριο.
Τί περίεργο ἀλήθεια! Σάν κάποια μυστική φωνή νά τούς λέη πώς πρέπει νά βάλουν ὅλη τους τήν τέχνη κι ὅλη τους τή δύναμη καί νά τό χτίσουν ὅσο γίνεται πιό στερεό τό φρούριο, γιατί πολύ γρήγορα θά πέση στά χέρια τῶν Ἑλλήνων.
Χίλια διακόσια ἑξήντα δύο, δεκατρία μόλις χρόνια ἀργότερα. Τό νεοχτισμένο φρούριο ὑψώνεται περήφανο καί φοβερό πάνω ἀπό τήν πεδιάδα τῆς Βυζαντινῆς Λακεδαιμονίας κι' ἀπό τά ἐρείπια τῆς ἀρχαίας Σπάρτης. Μά ὁ κόσμος σήμερα -δοῦλοι τόσα χρόνια τῶν Φράγκων - ἀνοίγει διάπλατα τά μάτια του καί δέν πιστεύει. Σκυθρωποί κατεβαίνουν οἱ Φράγκοι ἱππότες καί ξεκινοῦν μέ βουρκωμένα μάτια γιά τήν πρωτεύουσά τους, τήν Ἀνδραβίδα, ἤ γιά κάπου ἀλλοῦ, ποιός ξέρει! Κι' ἄλλοι καβαλάρηδες ζωηροί καί γελαστοί ἀνεβαίνουν καί στήνουν στόν ψηλότερο πύργο τό χρυσό δικέφαλο ἀετό.
Ὁ ἴδιος ὁ Γουλιέλμος Βιλλαρδουῒνος, πού τό ἔχτισε τό φρούριο, αἰχμάλωτος τρία τώρα χρόνια μέ τούς δώδεκα βαρώνους του, γιά νά κερδίση τήν ἐλευθερία τους, ἀναγκάστηκε νά παραδώση στό νικητή τῆς μάχης τῆς Πελαγονίας Μιχαήλ Παλαιολόγο τά φρούρια τοῦ Μυστρᾶ, τῆς Μάνης καί τῆς Μονεμβασίας.
Τά χρόνια περνοῦν κι' ὁ Μυστράς ὀρθώνεται πάντα ἄπαρτος πιά μέ τό Βυζαντινό δικέφαλο κυρίαρχό του. Ἀλλά σιγά-σιγά πῶς ἀλλάζει μορφή! Δέν εἶναι πιά ὁ ἐρημικός φύλακας τοῦ πλούσιου κάμπου μέ τήν πρωτεύουσά του, τή Λακεδαιμονία, καί τά πολλά χωριά του. Ἡ ἴδια ἡ πρωτεύουσα, γιά νά εἶναι πιό ἀσφαλισμένη, ἔρχεται καί ριζώνει στά πόδια του. Ὁ Μυστράς γίνεται πολιτεία, μικρή στήν ἀρχή, μεγάλη ἀργότερα, ἡ πρώτη τοῦ Μοριᾶ, ἡ πρωτεύουσα τοῦ δεσποτάτου τοῦ Μορέως.
2. Η ΑΚΜΗ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ
Χρόνο μέ τό χρόνο ξαναπερνοῦν ἀπό μπροστά μας δύο ὁλόκληροι αἰῶνες ὡς τά χίλια τετρακόσια ἑξήντα μ. Χ., πού πάτησε καί τό Μυστρά τό πόδι τοῦ πορθητῆ Μωάμεθ τοῦ Β΄. Βλαστάρια τῶν αὐτοκρατορικῶν Βυζαντινῶν δυναστειῶν, πού ἀγωνίζονται νά ξαναστυλώσουν τή βαριά λαβωμένη αὐτοκρατορία τους, Κατακουζηνοί καί Παλαιολόγοι, ἔρχονται δεσπότες τοῦ Μυστρᾶ καί χτίζουν παλάτια καί διπλά τείχη, γιά ν' ἀσφαλίσουν τήν πόλη.
Φράγκοι, Βενετοί καί Τοῦρκοι περνοῦν ὅλοι μέ τή σειρά τους, φοβερίζουν τήν πόλη καί τό φρούριό της, φεύγουν ὅμως ἀνίκανοι νά τήν πατήσουν.
Καί οἱ τελευταῖοι Βυζαντινοί σοφοί, ἀρχιτέκτονες καί ζωγράφοι, νιώθουν πῶς έδῶ κάτω, στά πόδια τοῦ περήφανου Ταϋγέτου, δίπλα στούς Τάφους τῶν ἀρχαίων Σπαρτιατῶν, ὁ Ἑλληνισμός ἀναπνέει πιό ἐλεύθερα ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, πού τήν περισφίγγει ἀσφυκτικά ὁ σουλτάνος.
Νά τος ὁ Γεώργιος Γεμιστός ἤ Πλήθων κάτω ἀπό τόν ἴσκιο μιᾶς καμάρας, πού διαβάζει. Ἕτοιμος εἶναι νά ταξιδέψη γιά τή Φλωρεντία, ὅπου πρῶτος αὐτός θ' ἀνάψη τό πνευματικό φῶς, γιά νά ξυπνήσουν οἱ Δυτικοί καί νά δημιουργήσουν τήν Ἀναγέννηση.
Νά τοι οἱ ἀρχιτέκτονες, πού στολίζουν τήν πολιτεία μέ κοσμοξακουσμένες ἐκκλησίες, τή μία πιό ὡραία ἀπό τήν ἄλλη, τήν Παντάνασσα, τούς Ἁγίου Θεοδώρους καί τό Ἀφεντικό.
Νά τοι καί οἱ ζωγράφοι μέ τά θαυματουργά τους χρώματα, πού στολίζουν τό ἐσωτερικό τῶν ἐκκλησιῶν. Δέν ἔχουν πιά τόν παλιό πλοῦτο τῶν ψηφιδωτῶν, ἀλλά καί τά πινέλα μέ τά φτωχά χρώματα στά χέρια τῶν ὀρθόδοξων ζωγράφων εἶναι ἀρκετά, γιά νά ἐκφράσουν τή θρησκευτική πίστη.
Ὀνόματα ἄς μήν ἀναζητοῦμε. Μεγάλοι καί ταπεινοί, ἀρχιτέκτονες καί ζωγράφοι, δούλεψαν καί δημιούργησαν τά ὀνόματά τους, ἀλλά γιά νά προσευχηθοῦν μέ τή δική τους τέχνη, ὅπως προσεύχονται μέ τή δική τους τέχνη καί οἱ ἀνώνυμοι ὑμνογράφοι.
Νά τος κι' ὁ δεσπότης Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος, πού ξεκινάει μέ μικρή συνοδεία γιά τή Βασιλεύουσα, ὅπου τόν περιμένει τό ἀκάνθινο στεφάνι τοῦ ἐθνομάρτυρα. Τί παράξενη ἔκφραση, πού ἔχουν τά μάτια του, ὅπως στρέφει γιά τελευταία φορά ν' ἀποχαιρετήση τό Μυστρά! Τό νιώθει πώς δέν θά τόν ξαναδῆ καί γι' αὐτό θέλει νά κλείση στήν ψυχή του ὁλοζώντανο τό ὅραμά του.
Ποιός ξέρει! Ἴσως αὐτό τό ὅραμα τοῦ Μυστρᾶ, ὅπου ἔχει ἀναστηθῆ ὁ Ἑλληνισμός μέ ὅλη τή ζωντάνια καί τήν πνευματική του ἀκτινοβολία, ἴσως αὐτό τό ὅραμα, περισσότερο ἀπό καθετί ἄλλο, θά τοῦ δώση τή δύναμη νά σταθῆ ἀκλόνητος τήν ὥρα τοῦ μεγάλου ἡρωισμοῦ καί τῆς μεγάλης θυσίας.
3. ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΤΟΠΙΟ
Ὁ ἥλιος τοῦ καλοκαιριοῦ πλημμυρίζει τόν κάμπο καί διαλύει τήν ἀραχνένια πάχνη τῆς αὐγῆς. Τό ταξίδι μας στούς περασμένους αἰῶνες τελειώνει σάν ὄνειρο, πού τό διαλύει τό πρωινό φῶς τοῦ παραθυριοῦ.
Ξυπνοῦμε κι' ἐμεῖς ἐδῶ πάνω, στή νεκρή πιά πόλη, ὅπου μόνο λίγες ἐκκλησίες μένουν ἀπείραχτες ἀπό τοῦ χρόνου τά χτυπήματα, Κάτι μᾶς σφίγγει τήν καρδιά. Ὅμως, ἄκου τή λαλιά τῆς πέρδικας πόσο χαρούμενη μᾶς ξαλαφρώνει! Κι ἕνας κότσυφας μέ τό καλογερικό του ράσο καί τό χρυσό του ράμφος ἦρθε κάι κάθισε ἀπέναντί μας, πάνω στό μισογκρεμισμένο τεῖχος, καί φλύαρος δέν θέλει νά μᾶς ἀφήση νά παραδοθοῦμε στή μελαγχολία μας.
Ἀνοίγουμε τά μάτια καί τήν ψυχή μας στό σημερινό θέαμα.
Πίσω μας, πρός τή δύση, μᾶς παραστέκει προστατευτικά ὁ γίγαντας τῶν βουνῶν, ὁ Ταῢγετος, μέ τίς γκρίζες κορυφές του. Κι' ἐμπρός μας, ἀνατολικά, ἀπό τή ρίζα τοῦ Μυστρᾶ ὡς πέρα στά ριζοβούνια τοῦ Πάρνωνα, μία ἀπέραντη θάλασσα θά 'λεγε κανείς! Τόσο πλούσιο πράσινο, πού νά σκεπάζη ἕναν κάμπο ὁλόκληρο καί νά κρύβη τά τόσα χωριά του, ἄν δέν εἶναι θέαμα μοναδικό στήν τόσο γυμνή πατρίδα μας, ἀσφαλῶς εἶναι πολύ σπάνιο.
Ὁ ἐλαιώνας μέ ἑκατοντάδες χιλιάδες ἐλιές καί τά περιβόλια μέ τίς λεμονοπορτοκαλιές δέν ἀφήνουν οὔτε ἕνα στρέμμα ἀσκέπαστο οὔτε μιά αὐλή σπιτιοῦ ἐλεύθερη. Στό βάθος μόνον ἡ κοίτη, ἡ σχεδόν χωρίς νερό, τοῦ Εὐρώτα σάν τεράστιο φίδι σχίζει ἀπό τά βόρεια πρός τά νότια τή θάλασσα τοῦ πρασίνου.
Καί ἡ Σπάρτη, ἡ σημερινή πόλη, εἶναι σχεδόν κρυμμένη καί μόνον ἡ μητρόπολή της καί λίγα ἀπό τά ψηλότερα χτίριά της προβάλλουν τίς στέγες τους, γιά νά δηλώσουν τήν παρουσία της.
Πόσο ἑορταστικό, πόσο χαρούμενο ἁπλώνεται κάτω ἀπό τά πόδια μας τό Λακωνικό τοπίο! Καί εἴτε τούς Σπαρτιάτες φανταστοῦμε νά γυμνάζωνται στίς ὄχθες τοῦ Εὐρώτα, εἴτε τούς Φράγκους ἱππότες στό κονταροχτύπημά τους, εἴτε τούς Βυζαντινούς νά πολεμοῦν ἀπό τό φρούριό τους, εἴτε τούς Τούρκους νά τό πατοῦν, ὅλα τά θεωροῦμε σάν παιγνίδια τῶν ἀνθρώπων μέσα στήν ὄμορφη πλάση, πού τούς χάρισε ὁ Μεγαλοδύναμος.
Ἄς πᾶμε λοιπόν κι' ἐμεῖς νά προσευχηθοῦμε στίς Βυζαντινές ἐκκλησίες τοῦ Μυστρᾶ, ν' ἀνάψωμε ἕνα κεράκι γιά τίς ψυχές τόσων γενεῶν προγόνων μας, πού τόσο τίμησαν ἐδῶ πάνω καί τόν Ἑλληνισμό καί τόν Χριστιανισμό!
Ἄς γονατίσωμε στό πλακόστρωτο κι ἄς ὑψώσωμε τό βλέμμα πρός τόν Παντοκράτορα τοῦ τρούλου, ὄχι μόνο γιά νά θαυμάσωμε τή μεγάλη τέχνη τοῦ ἀνώνυμου ζωγράφου, ἀλλά καί γιά νά μπορέσωμε νά ζήσωμε ἔστω καί γιά λίγες στιγμές, τή δική του μεγάλη πίστη. Ἔτσι μόνο θά γίνωμε ἄξιοι νά ὑψώσωμε τήν εὐχαριστία μας πρός Αὐτόν, γιατί μᾶς ἀξίωσε νά ζήσωμε μία τέτοια μέρα καί μέσα σέ μία τέτοια πλάση, ὅπου ἡ ἱστορία, ἡ ὀμορφιά τῆς μεγάλης τέχνης καί ἡ φυσική ὀμορφιά τοῦ τοπίου ἔχουν συναντηθῆ σέ μιά τόσο ἁρμονική συντροφιά.
Γεώργιος Ν. Καλαματιανός
TA ΜΕΤΕΩΡΑ
1. ΤΟ ΤΟΠΙΟ
Ἦταν Μάιος τοῦ 1879, ὅταν γιά πρώτη φορά πήγαινα νά ἐπισκεφθῶ τούς θεόρατους βράχους τῆς Καλαμπάκας. Ἐκεῖ φιλόθρησκοι ἄνθρωποι, ἐδῶ καί χίλια χρόνια, ἔστησαν τίς ἱερές φωλιές τους, ἀφοῦ χωρίστηκαν ἀπό τόν κόσμο καί τά μεγάλα ἀξιώματα πού εἶχαν σ' αὐτόν. Ἤμαστε μιά συντροφιά περισσότεροι ἀπό δέκα, μέ ἀρχηγό τόν μητροπολίτη τῆς Λαρίσης. Εἴχαμε σκοπό νά περάσωμε μία νύχτα ψηλά στόν πιό μεγαλόπρεπο καί στόν πιό φοβερό βράχο, πού ἔχει πλάσει ἡ φύση στόν κόσμο! Φαίνεται γίγαντας τῶν γιγάντων ἀνάμεσα στούς γιγάντιους ἀδερφούς του, πού σχηματίζουν τό σύμπλεγμα τῶν βράχων, τά Μετέωρα.
Τόσο ξεχωρίζει ὁ βράχος αὐτός ἀπό τούς ἄλλους! Στήν κορυφή του βρίσκεται τό μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως, πού μόνο ἀπ' ὅλα τ' ἄλλα εἴκοσι τέσσερα μοναστήρια, ὅσα εἶναι ἐκεῖ πέρα, λέγεται Μετέωρα.
Ὁ ἡγούμενος τοῦ μοναστηριοῦ ἦταν εἰδοποιημένος ἀπό τό πρωί πώς θά πηγαίναμε, καί μᾶς περίμενε.
Πρίν φτάσουμε στή ρίζα τοῦ βράχου, μοῦ φαινόταν τό ἀνέβασμα παιγνιδάκι. Ὅταν ὅμως φτάσαμε ἐκεῖ καί εἶδα τό φοβερό ὕψος, πού χωρίζει τήν κορυφή ἀπό τή ρίζα του, καί περιεργάστηκα τό δίχτυ, τό καραβόσχοινο, πού τό κρατεῖ, τήν ἀνεμόσκαλα μέ τά ἑκατό καί περισσότερα σκαλιά, μ' ἔπιασε λιποψυχία.
Καί δέν εἶναι τό ὕψος μόνο, πού προξενεῖ φόβο, ἀλλά καί ἡ ἀγριότατη ὄψη τῆς φύσεως. Ἐκεῖ πέρα εἶναι ὅλα σκυθρωπά κάι φοβερά. Τίποτε δέν γελάει. Νομίζει κανείς πώς ὅλα τόν φοβερίζουν καί πώς ὅλα ἐπιβουλεύονται τή ζωή του.
Ἀγριότερη φύση πουθενά στόν κόσμο δέν ὑπάρχει. Πελώριοι βράχοι ἀπό τό μεγαλύτερο, πού ἡ κορυφή του ὑψώνεται διακόσια πενήντα μέτρα καί περισσότερα ἀπό τή ρίζα του, ὡς τό μικρότερο. Ἀληθινό δάσος ἀπό βράχους! Μόλις λίγος οὐρανός, κι αὐτός γεμάτος ἀπό ὄρνια, πού ἔχουν ἐκεῖ γύρω τίς φωλιές τους.
Εἴχαμε μαζευτῆ ὅλοιοἱ λαϊκοί τῆς συντροφιᾶς κάτω ἀπό τό βράχο τῶν Μετεώρων. Περιμέναμε τό μητροπολίτη, πού εἶχε ξεπεζέψει ἀπό τ' ἄλογο πολύ μακριά, κι' ἀνέβαινε μέ ὅλα τά γεράματά του τ' ἀνηφορικό μονοπάτι.
Τό δίχτυ ἦταν κατά γῆς. Οἱ καλόγεροι, πού θά γύριζαν τήν ἀνέμη, στή θέση τους. Δέν ἔλειπε παρά νά φτάση ὁ Σεβασμιώτατος, γιά ν' ἀρχίση ἡ ἀνέμη νά γυρίζη καί νά τρίζη, τό σχοινί νά μαζεύεται καί νά σηκώνεται τό δίχτυ στόν ἀνήφορο ἔχοντας μέσα του μία ζωή ἕτοιμη νά χαθῆ, ἄν κοπῆ τό σχοινί ἤ χαλαρωθῆ ἡ ἀνέμη.
2. Η ΑΝΑΒΑΣΗ
Τέλος ἦρθε ὁ μητροπολίτης. Ἡ καρδιά μου ἄρχισε νά χτυπᾶ τίκ-τάκ μέ πολλή βία. Τά ποδάρια μου ἔτρεμαν σάν νά εἶχε γίνει τό σῶμα μου δέκα φορές βαρύτερο. Ἑτοιμαζόμουν νά παραμερίσω, νά κρυφτῶ, νά ἐξαφανιστῶ, νά φύγω, γιά νά μή μέ διατάξη ὁ μητροπολίτης νά μπῶ πρῶτος ἐγώ στό δίχτυ, γιατί εἶχα μάθει πώς στό ἀνέβασμα τῶν Μετεώρων ἀνεβαίνουν πρῶτα οἱ μικρότεροι στήν ἡλικία καί ὕστερα οἱ μεγαλύτεροι.
Δέν ἦταν μόνον ὁ φοβος, πού ἤθελα νά μήν ἀνεβῶ πρῶτος, ἀλλά γιατί θά ἔχανα καί τό λαμπρό θέαμα τοῦ ἀνεβασμοῦ, πού τό ἀπολαμβάνουν μόνον ὅσοι μένουν τελευταῖοι. Εἶναι περιττό νά πῶ πώς ὁ μητροπολίτης θ' ἀνέβαινε τελευταῖος.
Ἐκεῖ πού βρισκόμουν παραμερισμένος καί προσπαθοῦσα νά μή φαίνωμαι, ἀκούω τή φωνή τοῦ μητροπολίτη:
-Ἐμπρός! μέσα ὁ νεώτερος!
Ὤ, τί ἀτυχία! εἶπα μέσα μου καί μ' ἔπιασε τρεμούλα. Ν' ἀρνηθῶ; ἡ φιλοτιμία μου δέν τό ἐπέτρεπε. Τί νά κάμω; Ἐμπρός γκρεμός καί πίσω ρέμα. Ὅλη ἡ συντροφιά εἶχε τά μάτια πάνω μου καρφωμένα. Τέλος ἔκανα τήν ἀνάγκη φιλοτιμία, προχώρησα λίγα βήματα, ἔκλεισα τά μάτια μου καί κάθισα μέσα στό δίχτυ ὠχρός, ἄφωνος, σάν ν' ἀνέβαινα τίς βαθμίδες τῆς λαιμητόμου.
Ὅλο τό αἷμα μου ἐκείνη τή στιγμή εἶχε μαζευτῆ στήν καρδιά μου. Ἤθελα νά φωνάξω, νά πεταχτῶ ἔξω ἀπό τό δίχτυ. Ἀλλά τά πόδια μου δέν εἶχαν δύναμη νά κινηθοῦν κι ἡ φωνή μου ἀπό τό φόβο μου εἶχε πνιγῆ στά στήθη μου.
Ἔξαφνα τό σχοινί τραβήχτηκε ἀπότομα. Ἔνιωσα ἕνα βίαιο τράνταγμα καί βρέθηκα κρεμασμένος στό κενό. Ἄρχισα νά σηκώνωμαι τόν ἀνήφορο. Πάει πιά! Μοῦ φάνηκε πώς ἤμουν πεθαμένος καί πώς εἶχα ἀφήσει τό σῶμα μου στή γῆ κι ἀνέβαινε ἡ ψυχή μου στόν οὐρανό μέ τή σκάλα τοῦ Ἰακώβ. Ὅσο ἀνέβαινα, τόσο μεγάλωνε στό πνεῦμα μου ὁ φόβος τοῦ κινδύνου. Ἄκουγα καθαρότερα τό ἀδιάκοπο τρίξιμο τῆς ἀνέμης καί τούς συντρόφους μου κάτω, πού μιλοῦσαν γιά μένα, καί μοῦ φαινόταν σάν νά μοῦ ἔψαλλαν τόν ἐπικήδειο.
Ἡ ἀνέμη ἐξακολουθοῦσε νά τρίζη, τό σχοινί νά μαζεύεται, τό δίχτυ ν' ἀνεβαίνη κι' ἐγώ ἐξακολουθοῦσα τήν ἐναέρια πορεία μου στόν ἀνήφορο. Πάει πιά! Μέσα στό νοῦ μου εἶχε γεννηθῆ ἡ ἰδέα πώς εἶχα πεθάνει καί πώς τό σῶμα μου εἶχε μείνει κάτω στή γῆ και ἡ ψυχή μου ἀνέβαινε στήν οὐράνια κατοικία της, ἀνάμεσα ἀπό πλῆθος ἀστεριῶν, ἀστέρι κι' αὐτή μικροσκοπικό.
Κι' ἐνῶ ἔτρεχα, «τράπ» συγκρούομαι μ' ἕνα σκληρό σῶμα. Στή στιγμή ἀνοίγοντας τά μάτια μου εἶδα πώς ἤμουν πάνω στά Μετέωρα, μέσα στό δίχτυ σάν ψάρι. Πέντε ἔξι καλόγεροι καταγίνονταν να με ἀπαλλάξουν ἀπό τά σχοινιά.
Μόλις βγῆκα ἀπό τό δίχτυ, κάθισα μία στιγμή σ' ἕνα κάθισμα. Πόσο ἀνακουφίστηκα! Ἔπειτα τράβηξα πρός τό μοναστήρι ἔχοντας ὁδηγό ἔνα καλογεροπαίδι.
Ἡ ψυχή μου φούσκωνε μέσα μου καί παρεκάλεσα τό καλογεροπαίδι νά μέ ὁδηγήση στήν πιό ψηλή κορυφή τοῦ βράχου. Μοῦ ἔδειξε μέ τό χέρι, καί τράβηξα ἴσα πάνω.
3. ΤΟ ΘΕΣΣΑΛΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ
Στάθηκα ἐκεῖ σά στήλη κι' ἔφερα γύρω τά μάτια μου. Ἡ μέρα ἦταν ἀσυννέφιαστη, καθάρια, σωστή ἀνοιξιάτικη μέρα. Ὁ ἥλιος ἔγερνε πρό τό βασίλεμά του πίσω ἀπό τά χιονοσκέπαστα κορφοβούνια τῆς Πίνδου, πού χάνονταν μέσα στά οὐράνια ὕψη.
Δυτικά ἁπλωνόταν ὁ καταπράσινος κάμπος τῶν Τρικάλων. Ἀνατολικά ἄνοιγε ἡ κοιλάδα τοῦ Πηνειοῦ. Μεσημβρινά φαινόταν ἡ ὀροσειρά τῶν Ἀγράφων μέ χιλιάδες γραμμές καί μυριάδες ὑψώματα, πού ἀρχίζει ἀπό τά στενά τῆς Πόρτας καί πάει νά λούση τά πόδια της στό Αἰγαῖο. Ἀνατολικά ἄσπριζαν τά Φάρσαλα μέ τή φυσική τους ἀκρόπολη κι' ἔδειχναν τίς μυτερές τους κορυφές τό Πήλιο κι ὁ Κίσσαβος, πού ἔφερναν μικρό στεφάνι ἀπό χιόνι. Βορεινά ἁπλωνόταν ἡ ὀροσειρά τῶν Χασιῶν.
Ἀπ' αὐτή τή λαμπρή εἰκόνα ἔλειπαν μόνο ὁ Ὄλυμπος καί τά στενά τῶν Τεμπῶν, γιά νά εἶναι ἀκέραιο στό μάτι τοῦ παρατηρητοῦ τό Θεσσαλικό πανόραμα, πού τ' ἀγκάλιαζε μέ τίς χρυσοπόρφυρες ἀκτίνες του ὁ ἥλιος κι' ἔστελνε ἀπό τήν κορυφή τῆς Πίνδου τό πιό στενό φίλημα ἐκείνης τῆς ἡμέρας στά κορφοβούνια τῶν Ἀγράφων, τῆς Γκούρας, τοῦ Πηλίου καί τοῦ Κισσάβου.
Ὁ πατέρας τῆς ἡμέρας ἀκούμπησε τό κάτω του τόξο στό κεφάλι τῆς Πίνδου κι' ὅλα τά κορφοβούνια ἄρχισαν νά παίρνουν τά χρυσοπόρφυρα χρώματα, νά ἰσκιάζουν τά λακώματα καί νά γιγαντεύουν οἱ ἡλιακές ἀκτίνες καί οἱ ἴσκιοι. Τά σύννεφα, πού παραστέκονται στή δύση, χρυσώθηκαν λίγο-λίγο κι' ἔγιναν πελώρια χρυσά κομμάτια, σάν χρυσά νησιά μέσα σέ ἀργυρή θάλασσα. Κι' ὅσο ὁ ἥλιος κατέβαινε ἀργά-ἀργά, τόσο τά χρώματα στά σύννεφα, στά κορφοβούνια καί στόν οὐρανό ἄλλαζαν, ἄλλαξαν. Καί τή στιγμή, πού ἔπεσε πίσω ἀπό τό βουνό κι' ἄρχισαν νά ξεροδίζουν καί τά ψηλότερα κορφοβούνια, ἡ ντροπαλή Ἑσπέρα πρόβαλε δειλά ν' ἀνάψη πρῶτα ἕνα ἕνα καί ὕστερα πολλά πολλά μαζί τά καντήλια τῆς οὐράνιας ἐκκλησίας, γιά νά ὑποδεχτῆ τήν πανέμορφη Νύχτα.
Μποροῦσα νά καθίσω ἐκεῖ ὅλη τή νύχτα κουβεντιάζοντας μέ τ' ἀστέρια, ἄν δέν ἐρχόταν τό γνωστό καλογεράκι νά μοῦ πῆ:
-Ὁρίστε μέσα, σᾶς περιμένουν.
Αὐτό μπροστά κι' ἐγώ πίσω μπήκαμε στήν αἴθουσα τῆς ὑποδοχῆς τοῦ μοναστηριοῦ, ὅπου ὁ δεσπότης καί ἡ ἄλλη συντροφιά ἔπαιρναν τό ὀρεκτικό τους κουβεντιάζοντας, ἐνῶ ὁ περιποιητικός ἠγούμενος ἑτοίμαζε τό τραπέζι τοῦ φαγητοῦ ἐπιστατώντας ὁ ἴδιος σέ ὅλα.
Χρῖστος Χριστοβασίλης
- Άλλα άρθρα
- ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Wednesday, 3 August 2011 11:53 - Ζ΄ Κυριακή Ματθαίου
Wednesday, 3 August 2011 11:51 - ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Wednesday, 3 August 2011 11:49 - ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ
Wednesday, 13 July 2011 13:23 - Δ΄ Κυριακή Ματθαίου
Thursday, 7 July 2011 10:58

