Ἦταν ἀπόγευμα ὅταν τό τηλέφωνο χτύπησε στό κελλί τοῦ π. Ἀδριανοῦ.

-Λέγετε παρακαλῶ.

-Πάτερ εὐλογεῖτε. Εἶμαι ὁ Γιῶργος. Τί κάνετε; Πῶς εἶστε;

-Δόξα τῷ Θεῶ Γιῶργο. Τί γίνεσαι; Ὅλα καλά; Καιρό ἔχουμε νά τά ποῦμε. Ἄν καί δέν σέ ἔχω ξεχάσει. Πάντοτε σέ μνημονεύω...

-Πάτερ, μέ μένα, μέχρι στιγμῆς ὅλα θά ἔλεγα καλά. Ὅμως κάτι δέν πάει καλά μέ τό φίλο μου τό Δημήτρη, γιά τόν ὁποῖο κάθε φορά μέ ρωτᾶτε. Μίλησα πρίν λίγο μαζί του καί ἦταν πολύ ταραγμένος. Πρώτη φορά τόν ἄκουσα νά μιλάει ἔτσι. Εἶναι πολύ στεναχωρημένος, καί ὅπως μου εἶπε δέν μπορεῖ νά βγάλει ἄκρη.

-Μά τί ἀκριβῶς συμβαίνει τοῦ Δημήτρη; Τί γνωρίζεις Γιῶργο;

-Ἔχει μπλέξει πολύ σοβαρά, ἀλλά καλύτερα εἶναι νά μιλήσετε μαζί πάτερ, γιά αὐτό τοῦ ἔδωσα καί τό τηλέφωνό σας. Ἄν καί κατάλαβα ὅτι ἴσως διστάζει, μᾶλλον θά ἔλεγα ντρέπεται νά σᾶς μιλήσει...

-Πές του νά μή διστάζει καθόλου καί ἀναμένω τήν ἐπικοινωνία μαζί του τό συντομώτερο.

-Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ πάτερ, θά τόν καλέσω ἀμέσως στό κινητό του καί θά τοῦ πῶ ὅτι περιμένετε. Νά μή σᾶς κρατάω τώρα ἄλλο, σᾶς ἀφήνω, τήν εὐχή σας καί θά τά ποῦμε καί πάλι.

-Νά εἶσαι πάντα καλά Γιῶργο. Ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου μας νά σέ συνοδεύει πάντοτε.

Ὁ πνευματικός ἀφοῦ ἄφησε τό ἀκουστικό τῆς τηλεφωνικῆς συσκευῆς, ἄναψε θυμίαμα, πῆρε στά χέρια τοῦ τό προσευχητάριο καί ἄρχισε νά δέεται, διαβάζοντας τήν παράκληση στήν Κυρία Θεοτόκο. Κάθε Παρασκευή ἀπόγευμα ἡ παράκληση στή Θεοτόκο πού διαβάζει εἶναι ἀφιερωμένη στούς νέους ἀνθρώπους πού ἀγωνίζονται καί παλεύουν μέσα στίς δυσκολίες καί στούς φοβερούς πειρασμούς...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ἀργά τό βράδυ μέσα στό κελλί, ἀκούστηκε ὁ γνώριμος ἦχος τοῦ τηλεφώνου.

-Πάτερ μου, ἐσεῖς;

-Μάλιστα. Ποιός εἶστε;

-Εἶμαι ὁ Δημήτρης, ὁ φίλος τοῦ Γιώργου, πού μιλήσατε τό ἀπόγευμα. Μοῦ ἔδωσε τό τηλέφωνό σας καί ἀποφάσισα νά σᾶς καλέσω, ἄν καί ὁμολογῶ ὅτι δίσταζα ἀρκετά καί πίεσα τόν ἑαυτό μου, γνωρίζοντας ὅμως ὅτι θά μέ ἀκούσετε.

-Ἔκανες ἄριστα πού πῆρες Δημήτρη. Ἀλλά γιατί διστάζεις εὐλογημένε; Εἶναι δυνατόν νά μέ ντρέπεσαι; Σέ καμία περίπτωση νά μή σκέπτεσαι ἔτσι. Ἄλλωστε σοῦ ἔχει μιλήσει καί ὁ Γιῶργος καί γνωρίζεις ὅτι ἐνδιαφέρομαι πάντα νά μαθαίνω πῶς πηγαίνεις καί τί κάνεις.

-Ναί πάτερ Ἀδριανέ. Γνωρίζω καί σᾶς εὐχαριστῶ γιά τό ἐνδιαφέρον πού δείχνετε γιά μένα τόσο καιρό. Τώρα ὅμως τά πράγματα δέν εἶναι καί τόσο εὔκολα. Θά ἔλεγα εἶναι τραγικά. Πρώτη φορά ἔχω θολώσει ἔτσι καί δέν γνωρίζω τί νά κάνω...

-Παιδί μου ὅ, τί κι ἄν ἔχει συμβεῖ, ἄς μήν τοῦ δίνουμε μεγαλύτερη διάσταση ἀπ' ὅτι στήν πραγματικότητα εἶναι. Καί ἐπιτέλους, πάνω ἀπό τά ἀνθρώπινα, ὅσο δύσκολα κι ἄν εἶναι αὐτά, ὑπάρχει καί κάποιος ἄλλος παράγοντας, ὁ ὁποῖος, ἄν τόν ἐμπιστευθοῦμε πραγματικά, ἔχει τή δυνατότητα νά μᾶς δώσει τή λύση πού πρέπει.

-Πάτερ...

-Τί ἀκριβῶς συμβαίνει παιδί μου Δημήτρη;

-Πάτερ Ἀδριανέ, δέν προσέξαμε καί ἔχει ἔρθει νέος ἄνθρωπος. Καί τό φοβερό στήν ὑπόθεση εἶναι ὅτι ὅταν τό ἔμαθαν οἱ γονεῖς μας καί οἱ δικοί μου καί τῆς Ἑλένης, ὄχι μόνο ἀναστατώθηκαν καί ἀγρίεψαν γιά τήν ἀπροσεξία μας, ὅπως λένε, ἀλλά τώρα μᾶς πιέζουν νά τό ρίξουμε τό παιδί. Σέ καμία περίπτωση οἱ δικοί μου δέν δέχονται νά συζητήσουν τό θέμα.

-Γιατί αὐτή ἡ ἄρνηση;

-Διότι βασικά οἱ δικοί μου λόγω τῆς θέσης τοῦ πατέρα καί τῆς σχετικῆς οἰκονομικῆς μας ἄνεσης, διαθέτουν μεγάλο ἐγωισμό, καί ἔχουν μεγάλα ὄνειρα γιά μένα. Καί δέν εἶναι μόνο αὐτό. Κάθε ὥρα μου κοπανᾶνε τή φράση «Μήν ἀργεῖς, ἀποφασίστε. Δέν εἶστε οὔτε οἱ πρῶτοι οὔτε οἱ τελευταῖοι».

-Ἐσύ τί λές Γιῶργο γιά ὅλα αὐτά; Ἡ Ἑλένη πῶς τό ἀντιμετωπίζει;

-Οἱ γονεῖς τῆς Ἑλένης, πάτερ, εἶναι χωρισμένοι. Ἡ ἴδια μένει μέ τή μητέρα της, ἡ ὁποία νύχτα - μέρα τήν πιέζει νά ρίξει τό παιδί, γιά νά μή βγεῖ δυστυχισμένο στή ζωή, ὅπως τῆς λέει. Εἶναι καί ἡ ἴδια ἡ Ἑλένη ἀρκετά, θά ἔλεγα, εὐαίσθητη, καί ἀκούγοντας συνεχῶς αὐτά, ἔχει φτάσει σέ κατάσταση ἀπελπιστική. Συνεχῶς κλαίει, δέν βρίσκει συμπαράσταση ἀπό κανένα δικό της, ἐκτός ἀπό μία πολύ καλή φίλη της, καί συνεχῶς μέ παίρνει στό τηλέφωνο ὅταν δέν εἶναι δυνατόν νά εἴμαστε μαζί.

-Τί λέει ἡ ἴδια ἡ Ἑλένη;

-Καί ἐγώ καί ἡ Ἑλένη, ἀπό καιρό τώρα σκεπτόμαστε σοβαρά, χωρίς βέβαια νά περιμέναμε ὅτι κάποια στιγμή θά ἄκουγε μέσα στά σπλάχνα τῆς τά πρῶτα σκιρτήματα τῆς ζωῆς. Σέ καμία περίπτωση, πάτερ, δέν θέλουμε νά σκοτώσουμε τό παιδί μας...

Ὁ Δημήτρης στή φράση αὐτή, ξέσπασε σέ λυγμούς.

-Ἄκουσε Δημήτρη...

-Συγνώμη πάτερ μου γιά τό ξέσπασμα, ἀλλά εἶστε ὁ μόνος ἄνθρωπος πού θά  μποροῦσα νά κάνω αὐτό καί νά ἀνοίξω τήν καρδιά μου.

-Παιδί μου, σέ εὐχαριστῶ γιά τήν ἐμπιστοσύνη πού μου δείχνεις, καί σοῦ λέω πώς συγκινοῦμαι κι ἐγώ ἀπό τήν σωστή καί γενναία σας ἀπόφαση, νά κρατήσετε τό ἀγγελάκι πού ἔρχεται.

-Πάτερ, σκέφτηκα, κάποτε, σέ ἀνύποπτο χρόνο, ὅτι ἄν ποτέ γίνει αὐτό πού ἔγινε, δέν θά ἐπιτρέψω ποτέ στόν ἑαυτό μου νά κάνει αὐτό πού δέν θά ἤθελα νά εἶχαν κάνει οἱ γονεῖς μου σέ μένα τόν ἴδιο...

-Ἔτσι ἀκριβῶς εἶναι παιδί μου. Ἄλλωστε δέν ἔχουμε τό δικαίωμα νά ἀφαιροῦμε τή ζωή κανενός ἀνθρώπου, πολύ δέ περισσότερο, δέν ἔχουμε τό δικαίωμα, καί δέν μποροῦμε νά ἀφαιροῦμε τή ζωή ἑνός ἀνυπεράσπιστου πλάσματος, πού δέν μπορεῖ νά ἀμυνθεῖ, ὅπως εἶναι τό ἔμβρυο.

-Παρά τό πρῶτο σας λάθος, ὅτι δηλαδή δέν προσέξατε ὅσο θά ἔπρεπε, γνώριζε ὅτι αὐτή σας ἡ ἀπόφαση, μετρᾶ πάρα πολύ στά μάτια τοῦ Θεοῦ. Εἶναι μεγάλο πράγμα νά ἀναλαμβάνουμε τίς εὐθύνες μας, ὅποιο κι ἄν εἶναι τό κόστος αὐτῶν τῶν εὐθυνῶν.

-Ναί πάτερ μου, ἔτσι εἶναι. Ὅμως ὑπάρχουν καί ἀντικειμενικά προβλήματα. Ἀκόμα δέν ἔχω δική μου ἐργασία. Ἀκόμα παρά τίς σπουδές μου καί τό μάστερ, ἐξαρτῶμαι ἀπό τούς δικούς μου. Τί γίνεται τώρα σ αὐτήν τήν περίπτωση; Πῶς θά ἀντιμετωπίσω τούς δικούς μου καί τή μητέρα της; Πῶς τήν ἴδια πού στήν κυριολεξία ἔχει ἀγκιστρωθεῖ ἐπάνω μου καί ἔχει χάσει τή γῆ κάτω ἀπό τά πόδια της; Τί θά γίνει μέ τό παιδί ποῦ ἔρχεται;

Ὁ π. Ἀδριανός κατάλαβε ὅτι ὁ Δημήτρης εἶχε συγκινηθεῖ ἀρκετά καί δέν ἦταν δυνατόν νά συνεχίσει ἄλλο. Γιά αὐτό τοῦ εἶπε:

-Ἄκουσε Δημήτρη. Μήν τά χάνεις. Τά πράγματα ὅπως βλέπω δέν εἶναι καί τόσο τραγικά. Ὑπάρχει λύση. Ἀπό τή στιγμή μάλιστα πού ἔχετε καί οἱ δύο πάρει τίς ἀποφάσεις σας, τά πράγματα γίνονται περισσότερο εὔκολα.

Θά ἤθελα νά ἐπικοινωνήσω καί μέ τήν ἴδια τήν Ἑλένη. Μίλησέ της. Δῶσε της τό τηλέφωνό μου καί θά περιμένω ἐπικοινωνία ἤ μᾶλλον πάρτε μέ μαζί νά μιλήσουμε.

Τώρα πού θά κλείσουμε τό τηλέφωνο, κάθισε στό δωμάτιό σου, ἠρέμησε καί ἄνοιξε τήν καρδιά σου στήν ἐπικοινωνία τοῦ Θεοῦ. Προσευχήσου ἁπλά, μέ ὅποια λόγια βγαίνουν ἄπ τήν καρδιά σου, καί ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας, θά σοῦ χαρίσει τήν εἰρήνη τοῦ τήν ὁποία τόσο ἔχεις ἀνάγκη.

-Πάτερ Ἀδριανέ σᾶς εὐχαριστῶ μέσα ἀπό τήν καρδιά μου. Συγνώμη γιά τήν κούραση καί τήν ταλαιπωρία πού σᾶς ἔφερα ἀπόψε τό βράδυ.

-Μά τί λές Δημήτρη. Εἶναι δυνατόν νά σκέπτεσαι ἔτσι; Μήν τό ξαναπεῖς αὐτό. Εἰρήνευε καί ὅλα θά πᾶνε καλά.

-Πάτερ μου, τήν εὐχή σας καί καλή σας νύχτα.

-Ὁ Κύριος νά σᾶς προστατεύει παιδί μου. Καλή σου νύχτα.

Ὁ Δημήτρης καί ἡ Ἑλένη εἶχαν ἄμεση ἐπικοινωνία μέ τόν π. Ἀδριανό. Ὁ ἱερέας τοῦ Θεοῦ ἄνοιξε τήν πλατειά τοῦ καρδιά καί ἀγκαλίασε τούς δύο νέους ἀνθρώπους πού στή φάση ἐκείνη ὅλα τά ἔβλεπαν μαῦρα. Συζήτησαν, στηρίχτηκαν στήν ἀρχική τους ἀπόφαση  νά κρατήσουν τό παιδί, καί μέ διάκριση καί πολλή ἀγάπη ὁ π. Ἀδριανός τούς συμβούλεψε νά μιλήσουν χωρίς ταραχή στούς γονεῖς τους, ἐξηγώντας τους, μέ σεβασμό, ποιά θά εἶναι ἡ σωστή καί εὐλογημένη κίνηση πού πρέπει νά γίνει ἀπό δῶ καί πέρα. Αἰσθάνθηκαν καί οἱ δύο τους τήν πηγαία καί εἰλικρινῆ ἀγάπη πού ἔβγαινε ἀπό τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, γιά αὐτό καί ἀποφάσισαν νά ἔχουν συνεχῆ ἐπικοινωνία μαζί του καί νά ἀκολουθοῦν τίς σοφές του συμβουλές.

Ὅμως, ἄς μή νομίσει κανείς ὅτι ὁ Κακός πού φθονεῖ τόν ἄνθρωπο, καί πού ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ τόν ὀνομάζει ἀνθρωποκτόνο, πώς κάθεται μέ σταυρωμένα τά χέρια. Ἄλλωστε πάντα βρίσκει τούς ἀνθρώπους πού εἶναι ἕτοιμοι, χωρίς οἱ ἴδιοι νά τό ἀντιλαμβάνονται τίς περισσότερες φορές, νά γίνουν ὄργανά του. Καί στήν περίπτωση τοῦ Δημήτρη καί τῆς Ἑλένης στήν παγίδα τοῦ πονηροῦ ἔπεσαν οἱ γονεῖς τῶν παιδιῶν.

Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὁ π. Ἀδριανός μέ τήν τόση στοργή καί ἀγάπη του, αἰσθανόταν τά μαῦρα σύννεφα πού ἔρχονταν νά καλύψουν τόν ἥλιο ἀπό τό νοῦ καί τήν καρδιά τοῦ Δημήτρη καί τῆς Ἑλένης, τῶν πνευματικῶν του τώρα τέκνων, γιά αὐτό καί πρόσθεσε προσευχή στήν προσευχή καί ἀγώνα ἐπάνω στόν ἀγώνα.

Ἄχ, αὐτή ἡ προσευχή τοῦ πνευματικοῦ γιά τίς ψυχές πού ἔχει ἀναλάβει. Μόνο ὅσοι γνωρίζουν μποροῦν κάτι νά αἰσθανθοῦν.

Ἄς περάσουμε ὅμως νά δοῦμε πῶς ἑτοιμάζονται γιά τή μάχη τά δύο στρατόπεδα.

-Δημήτρη γύρισες;

-Ναί μπαμπά, ἐδῶ εἶμαι.

-Περιμένω νά μοῦ πεῖς ἄν ὑπάρχει κανένα νέο ἀπό τό θέμα τῆς ἐργασίας σου. Πρίν δύο μέρες ὁ κ. Κανελλόπουλος, ὁ συμφοιτητής μου καί παλιός φίλος, μοῦ εἶπε ὅτι θά μιλοῦσε στήν ἑταιρία πού χρειάζεται ἕναν ἐπιστήμονα τῆς εἰδικότητάς σου. Λοιπόν, τί γίνεται;

-Ναί μπαμπά, θά στό ἔλεγα τό βράδυ, ἀλλά μέ πρόλαβες. Πῆγα καί ἔδωσα τά στοιχεῖα μου κι ὁλόκληρο τό βιογραφικό μου. Μέ ρώτησαν ἀκόμα καί σέ ποιό σῶμα ὑπηρέτησα τή θητεία μου.

-Τούς εἶπες γιά τόν κ. Κανελλόπουλο;

-Δέν χρειάστηκε. Μοῦ τό εἶπαν οἱ ἴδιοι πρίν τό πῶ ἐγώ. Τούς εἶχε δώσει πολύ καλές συστάσεις ὁ φίλος σου καί φαίνεται νά τούς ἔχει ἐπηρεάσει θετικά.

-Τί σου εἶπαν;

-Μετά τό βιογραφικό μέ τό πτυχίο, τό μάστερ, τίς ξένες γλῶσσες καί τή γνώση τοῦ ὑπολογιστῆ, μοῦ ἔδειξαν νά εἶναι ἱκανοποιημένοι. Μοῦ εἶπαν ὅτι σύντομα, τό πολύ σέ μία ἑβδομάδα μέ δέκα μέρες θά μοῦ ἀπαντήσουν. Ἄς μήν ξεχνοῦμε ὅτι ὑπάρχουν καί ἄλλοι ὑποψήφιοι πού πρέπει νά περάσουν ἀπό συνέντευξη. Πιστεύω μπαμπά ὅτι θά τήν κερδίσω τή θέση. Ἔχω μέσα μου ἐλπίδες ὅτι θά μέ προσλάβουν. Δέν ξέρω τό γιατί, ἀλλά τό αἰσθάνομαι. Νιώθω ἐντελῶς διαφορετικά τώρα ἀπ' ὅτι αἰσθανόμουν τήν περασμένη φορά ὅταν εἶχα πάει γιά συνέντευξη στήν προηγούμενη ἑταιρία.

-Μπράβο Δημήτρη. Αὐτό θέλω κι ἐγώ καί ἡ μητέρα σου, αὐτό καί ὁ ἀδελφός σου ἀπ' τόν ὁποῖο ἔχεις καί χαιρετισμούς. Πρίν λίγο μίλησα μαζί του. Στό Λονδίνο, ὅπως μᾶς λέει, περνάει πολύ καλά. Οἱ γονεῖς χαίρονται καί συγκινοῦνται ὅταν βλέπουν ὅτι οἱ κόποι καί οἱ δικοί τους, ἀλλά κυρίως τῶν παιδιῶν τους, δέν πᾶνε χαμένοι. Γιατί, πρέπει νά παραδεχτοῦμε, ἐσύ Δημήτρη πάλεψες. Πάλεψες καί κουράστηκες καί σοῦ ἀξίζει νά ἀνεβεῖς στήν κορυφή. Ἄλλωστε τί παραπάνω ἔχουν οἱ ἄλλοι ἀπό ἐσένα ποῦ ἀνεβαίνουν; Τίποτε, ἐκτός ἴσως κάποια ὑψηλή γνωριμία.

Ὁ Δημήτρης ἄκουγε τόν πατέρα του πού μέ δικαία θά λέγαμε ὑπερηφάνεια μιλοῦσε γιά τό γιό του, χωρίς ὁ ἴδιος νά εἶναι τόσο ἐκφραστικός. Κάτι μέσα του τοῦ ἔλεγε πώς ὁ κύριος Κώστας, κάπου ἀλλοῦ θέλει νά φτάσει τή συζήτηση. Κάτι ἄλλο ἤθελε νά τοῦ πεῖ καί νά μάθει. Καί πραγματικά, μέ ἀριστοτεχνικό τρόπο ἔφερε ὁ πατέρας τή συζήτηση ἐκεῖ πού ἤθελε. Φαίνεται πώς εἶχαν σχεδιάσει ἀπό πρίν μέ τή σύζυγό του τίς κινήσεις, γιά νά μήν ἔχουν πάλι τήν ἀντίδραση τοῦ γιοῦ τους, ὅπως καί τήν περασμένη φορά πού ἄνοιξαν ἀπότομα τό θέμα καί ὁ Δημήτρης αἰσθάνθηκε νά τοῦ τσαλακώνουν τήν καρδιά.

Ἀφοῦ ἄναψε τό τσιγάρο του ὁ κύριος Κώστας καί ἡ κυρία Μαρία ἔφυγε γιά νά ἑτοιμάσει τόν καφέ καί τά ἀναψυκτικά, πῆρε καί πάλι τό λόγο καί κάπως ἀδιάφορα ρώτησε:

-Δέ μοῦ λές Δημήτρη, προχθές πού εἶχες πάρει τό αὐτοκίνητο καί ἄργησες πῶς τά πέρασες; Ἐγώ κουρασμένος, ἔπεσα νά κοιμηθῶ. Προσπαθήσαμε βέβαια μέ τή μητέρα σου νά σέ βροῦμε στό κινητό σου, ἀλλά τό εἶχες κλειστό, καί ἡ μητέρα σου μοῦ εἶπε τήν ἄλλη μέρα ὅτι ἄργησες. Ὄχι βέβαια ὅτι σου κάνω ἔλεγχο, ἄλλωστε τώρα πλέον μπορεῖς νά ἔχεις τήν προσωπική σου ζωή, ἁπλῶς τό ἀναφέρω γιά νά μήν ἀνησυχεῖ ἄλλη φορᾶ ἡ μητέρα σου. Μπορεῖς βέβαια νά παίρνεις τήν ΒΜW καί νά πηγαίνεις ὅπου θέλεις ἀλλά ἄς ξέρουμε βρέ ἀδερφέ καί πού εἶσαι, ἄνθρωποι εἴμαστε, ἀπό ἐνδιαφέρον καί μόνο...

-Ναί μπαμπά ἔχεις δίκιο. Εἶχα βγεῖ ἔξω ἀπό τήν πόλη μας. Ἤμουν μαζί μέ τό φίλο μου τό Γιῶργο, εἴχαμε καιρό νά βρεθοῦμε. Πιό πρίν στό πανεπιστήμιο κάναμε πολλή παρέα ὅπως γνωρίζεις.

-Βέβαια καί τόν θυμᾶμαι τόν Γιῶργο. Πολύ καλό παιδί καί πάντοτε μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ἡ σοβαρότητά του. Πάντοτε προσεκτικός πῶς θά μιλήσει, πῶς θά συμπεριφερθεῖ, εἶχε τό κάτι ἄλλο αὐτός ὁ φίλος σου. Ἀλήθεια, συνεχίζει νά εἶναι ἔτσι ἤ τώρα πού μεγάλωσε κι αὐτός καί εἶδε κι ἔζησε κι ἄλλα πράγματα ἄλλαξε...

-Καθόλου μπαμπά, συνεχίζει νά εἶναι ὁ ἴδιος κι ἀκόμα καλύτερος θά ἔλεγα. Παρά τό ὅτι σπούδασε καί ἀρίστευσε, συνέχισε τελικά στήν ἐργασία τοῦ πατέρα του.

-Θύμισέ μου, τί δουλειά κάνει ὁ πατέρας του;

-Ἐμπόριο εἰδῶν ὑγιεινῆς καί ὑδραυλικά.

-Μπράβο του. Θά προοδεύσει πολύ αὐτό τό παιδί, ἄν καί τό ἐμπόριο σέ θέλει νά εἶσαι καπάτσος.

-Θά προοδεύσει ὁ Γιῶργος μπαμπά, γιατί εἶναι τίμιος καί ἀπολύτως ἠθική προσωπικότητα.

-Καλά... περάσατε καλά ἐκεῖ πού πήγατε  Πιστεύω θά εἴχατε πολύ καλή παρέα...

-Ναί· περάσαμε πολύ ὄμορφα στήν ἐπαρχία.

-Ἅ! Στήν ἐπαρχία...  Διασκεδάσατε καλά;

-Ψυχαγωγηθήκαμε.

-Ἅ! Ὥστε διασκεδάσατε.

-Ψυχαγωγηθήκαμε.

-Γιατί, ὑπάρχει διαφορά μεταξύ διασκέδασης καί ψυχαγωγίας γιά τό νέο ἄνθρωπο;

-Ὁπωσδήποτε μπαμπά. Ὄχι μόνο γιά τό νέο ἀλλά καί γιά κάθε ἡλικία.

-Δημήτρη σοῦ ἀρέσουν οἱ φιλοσοφίες καί οἱ στοχασμοί...  Λίγο περίεργα δέν εἶναι ὅλα αὐτά;

-Καθόλου μπαμπά. Ἐμεῖς ἐκεῖ πού πήγαμε δέν διασκεδάσαμε βέβαια ὅπως ἐννοεῖς τή διασκέδαση, ὅμως γυρίσαμε ἀνανεωμένοι καί ψυχαγωγημένοι. Ἡ συνάντηση πού εἴχαμε ἦταν μία ἀνάσα τῆς καρδιᾶς.

-Κι ἄν ἐπιτρέπεται, χωρίς νά γίνομαι βέβαια ἀδιάκριτος, μέ ποιόν συναντηθήκατε καί σᾶς ἔκανε νά αἰσθάνεστε κι ἐσύ κι ὁ Γιῶργος ἔτσι;

-Μ' ἕναν ἄνθρωπο πού γνωρίζει νά εἶναι εἰλικρινής καί νά ἀγαπᾶ τούς ἀνθρώπους καί κυρίως τούς νέους ἀνθρώπους.

Ὁ κύριος Κώστας καταλάβαινε ὅτι ὁ γιός τοῦ Δημήτρης, μιλοῦσε σέ διαφορετικό ἐπίπεδο καί ἄρχισε κάπως νά ἐκνευρίζεται. Δέν ἦταν δυνατόν αὐτός πού μποροῦσε νά φέρει τόν καθένα στά δικά του νερά, νά μήν μπορεῖ τώρα νά καταφέρει τό γιό του. Τό ἔβλεπε καθαρά. Ἐδῶ καί λίγο καιρό, παρά τό ὅτι τό θέμα τῆς ἐγκυμοσύνης παρέμενε, κάτι εἶχε ἀλλάξει στό γιό του τό Δημήτρη. Εἶχε ἀποκτήσει ξαφνικά μία σοβαρότητα ἀλλά καί κάτι ἄλλο πού τόν ἀνέβαζε. Τί ὅμως;

Ἀπό τήν κουζίνα ἀκούστηκαν τά βήματα τῆς κυρίας Μαρίας πού ἔφερνε τόν καφέ του κυρίου Κώστα καί τά δικά τους ἀναψυκτικά.

-Εἶστε ἕτοιμοι.  Στήν ὑγειά σας. Καλή ἐπιτυχία Δημήτρη μου κι ὅταν σέ προσλάβουν θά τό πανηγυρίσουμε.

-Εὐχαριστῶ πολύ μαμά. Νά εἶστε πάντα καλά καί καλή δύναμη. Σᾶς εὐχαριστῶ γιά ὅλα ὅσα ἔχετε κάνει γιά μένα.

-Δημήτρη μου, τί λές, ἀπάντησε ἡ μητέρα. Ἁπλῶς τό καθῆκον μας προσπαθοῦμε νά κάνουμε. Ἄλλωστε οἱ γονεῖς ἔχουν ὑποχρέωση στά παιδιά τους, ὅπως ἔλεγε καί ὁ δικός μου ὁ πατέρας. Ὅταν κι ἐσύ γίνεις πατέρας θά τό καταλάβεις αὐτό.

-Λοιπόν Δημήτρη, πῆρε τό λόγο καί πάλι ὁ πατέρας, γιά πές καί στή μητέρα σου νά μάθει γιά τόν ἄνθρωπο πού ἀγαπᾶ καί βοηθάει τούς νέους.

-Γιά ποιόν μιλάει ὁ πατέρας σου Δημήτρη;  Ποιός ἄνθρωπος βοηθᾶ τούς νέους;

-Μιλούσαμε μαμά, πρίν μέ τόν μπαμπά, γιά τήν προχθεσινή μας βόλτα μέ τό φίλο μου τό Γιῶργο, πού ἄργησα νά ἐπιστρέψω. Εἴχαμε πάει στά Πλατάνια καί συναντηθήκαμε μέ τό γνωστό σέ ὅλη τήν περιοχή π. Ἀδριανό.

Ὁ κύριος Κώστας, ὁ πατέρας τοῦ Δημήτρη, στό ἄκουσμα αὐτό, λές καί τόν χτύπησε ρεῦμα καί ἀναφώνησε:

-Τόν π. Ἀδριανό;

-Ναί μπαμπά, τόν π. Ἀδριανό. Τόν γνωρίζεις προσωπικά;

-Ὄχι προσωπικά, ἀλλά ἔχω ἀκούσει ὅτι εἶναι φανατικός καί γενικῶς ἔχει ἰδέες παρωχημένων ἐποχῶν. Πρόσεξε καί ἐσύ κι ὁ φίλος σου ὁ Γιῶργος. Ποιός σᾶς τόν σύστησε καί ποιός σᾶς εἶπε νά πάτε στόν ἄνθρωπο αὐτό;

-Μπαμπά, προηγουμένως μοῦ ἔλεγες ὅτι τώρα εἶμαι πλέον μεγάλος καί ὅτι μπορῶ νά κουμαντάρω τή ζωή μου μόνος μου.

-Νά προσέχεις. Νά προσέχετε γιατί θά μπλέξετε. Τί μπορεῖ νά γνωρίζει ἕνας παπάς, καί μάλιστα χωρίς οἰκογένεια, ἀπό τή ζωή;  Μά πῶς ἐσεῖς, νέοι ἄνθρωποι πήγατε σ' αὐτόν; Τί ἔχει νά σᾶς δώσει;

-Καί πάλι μπαμπά θά μοῦ ἐπιτρέψεις νά σού ὑπενθυμίσω τά λόγια σου. Εἶμαι ἐλεύθερος ἄνθρωπος, μορφωμένος καί μπορῶ νά κρίνω καί νά ἀποφασίζω. Ἄλλωστε ἀπό τή στιγμή πού δέν ἐνοχλῶ κανέναν μπορῶ νά κινοῦμαι ἄνετα ὅπου, ὅπως καί μέ ὅποιον θέλω.

Ὁ κύριος Κώστας ἔχασε τήν ψυχραιμία του καί ξέσπασε.

-Δέν ἐνοχλεῖς εἶπες  Πῶς δέν ἐνοχλεῖς  Καί νόμισες πώς μέ τήν ἁπλή γραμματική μόρφωση πού μόλις ἔλαβες, κατάλαβες τί θά πεῖ ζωή  Δέν βλέπεις φτωχέ μου τήν περιπέτεια στήν ὁποία ἔμπλεξες καί ἀκόμα δέν ἔχεις τό θάρρος νά ξεμπλέξεις καί νά ἐλευθερωθεῖς σάν ἄντρας  Μία μικρή σ' ἔμπλεξε καί μέ τήν ἐγκυμοσύνη της σέ τραβᾶ ἀπό τή μύτη. Καί μοῦ κάνεις τώρα καί θεωρία γιά ἀναψυχή καί γιά τήν κατανόηση δῆθεν καί τήν ἀγάπη τοῦ Ἀδριανοῦ

Ὁ Δημήτρης ὅλη αὐτή τήν ὥρα πού ὁ πατέρας του σάν ὁρμητικός χείμαρρος ἔλεγε καί ἔλεγε καί ἔλεγε, εἶχε βάλει τό κεφάλι κάτω καί εἶχε γίνει ὠχρός. Ἡ μητέρα του, ἡ κυρία Μαρία, μέ δάκρυα στά μάτια σηκώθηκε καί μέ πολύ παρακλητικό ὕφος παρακάλεσε τό σύζυγό της νά σταματήσει.

Ὁ κύριος Κώστας χτύπησε τό χέρι στό τραπέζι, σηκώθηκε καί φεύγοντας δέν εἶπε κουβέντα. Ἔβλεπε πώς καί αὐτή τή φορά εἶχε χάσει τό παιχνίδι.

Ὁ Δημήτρης, ὅταν ὁ πατέρας τοῦ ἔφυγε, ἔπεσε στήν ἀγκαλιά τῆς μητέρας του καί ἔκλαιγε σάν ὅταν ἦταν μικρό παιδί.

...Ἐπάνω στά Πλατάνια ἕνα καντηλάκι μέ τό μελιχρό του φῶς, φώτιζε τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Μπροστά, γονατιστός καί μέ δάκρυα στά μάτια ἕνας ἱερομόναχος ψέλλιζε ''...Διάσωσον ἀπό κινδύνους τούς δούλους σου Θεοτόκε...''

 

 

 

 

 

Ὁ Δημήτρης ἐνημέρωσε τηλεφωνικῶς τόν πνευματικό του πατέρα γιά τήν ὁλομέτωπη ἐπίθεση πού δέχτηκε ἀπό τόν κύριο Κώστα, τόν πατέρα του. Ὁ π. Ἀδριανός, γεμάτος στοργή συμβούλευσε τό πνευματικό του τέκνο νά προσέξει ὥστε νά μήν τοῦ βάλει ὁ πειρασμός ἀντιπάθεια στήν καρδιά του γιά τόν πατέρα του.

-Πρόσεξε παιδί μου, ὁ πειρασμός δέν μπορεῖ νά ὑποφέρει τόν γενναῖο σας ἀγώνα καί γιά αὐτό κάνει τά πάντα ὥστε νά σᾶς ἀπογοητεύσει. Γνώριζε ὅτι θά συνεχίσει καί θά ἔρθει καί ἀκόμα ἐντονότερος πειρασμός. Μήν τό βάλετε κάτω. Ἡ νίκη εἶναι γιά αὐτούς πού δέν ὑποχωροῦν. Ὁ Χριστός καί ἡ Παναγία μᾶς βλέπουν τόν ἀγώνα σας καί εἶναι κοντά σας. Τήν ἄλλη φορᾶ νά ἔρθετε μαζί μέ τήν Ἑλένη. Εἶναι ἀνάγκη νά σᾶς μιλήσω. Μαζί σας, ἄν θέλετε, ἄς εἶναι καί ὁ φίλος σας ὁ Γιῶργος. Γνωρίζεις ὅτι εἶναι γνήσιος φίλος σου καί πονᾶ καί προσεύχεται γιά σᾶς...

Καί ἐνῶ ὁ π. Ἀδριανός εἶχε μπεῖ γιά τά καλά στόν ἀγώνα τῶν δύο νέων ἀνθρώπων, τοῦ Δημήτρη καί τῆς Ἑλένης, ἀλλά καί τοῦ παιδιοῦ τους πού μέρα μέ τή μέρα ἐρχόταν, ὁ πατέρας τοῦ Δημήτρη, ὁ κύριος Κώστας, ἀφοῦ ἔβαλε τή σύζυγό του νά ἐπικοινωνήσει μέ τή μητέρα τῆς Ἑλένης, ἑτοίμασε τήν ὁλομέτωπη ἐπίθεσή του.

-Ἄκουσε παιδί μου Δημήτρη. Θέλω νά μιλήσουμε. Νά μέ ἀκούσεις. Πάντα οἱ νέοι ἄνθρωποι τά βλέπετε ὅλα συναισθηματικά, ἀκριβῶς διότι εἶστε νέοι. Καί ἐγώ στήν ἡλικία σου ἔτσι τά ἔβλεπα. Τά πράγματα ὅμως δέν εἶναι μόνο συναίσθημα.

-Μπαμπά θά ἤθελα νά...

-Μήν μέ διακόπτεις. Ἄφησε μέ πρῶτα νά σοῦ πῶ ὅ,τί ἔχω καί κατόπιν συζητοῦμε. Λοιπόν ἄκουσε. Σήμερα τό βράδυ στίς ὀκτώ θά ἔρθει ὁ φίλος μου ὁ γιατρός ὁ κύριος Νίκας. Ἔχεις ἀκουστά τό ὄνομά του;

-Ὁ Νίκας ὁ μαιευτήρας γυναικολόγος;

-Ἀκριβῶς. Εἶναι φίλος μου καί θά ἔρθει νά φᾶμε μαζί. Ἐγώ, ἡ μητέρα σου, ἐσύ καί ὁ γιατρός. Τοῦ εἶπα νά ἔρθει γιά νά μιλήσουμε ἐδῶ καί ὄχι κάπου ἀλλοῦ, γιά νά νιώθεις ἐσύ ὁ ἴδιος ἄνετα, καί νά σού ἐξηγήσει ὁ ἴδιος ὁ εἰδικός ὅτι ἡ ἄμβλωση δέν εἶναι ἀπολύτως τίποτε.

-Μά μπαμπά...

-Θά ἔρθει ὁ φίλος μου ὁ καθηγητής καί θέλω ὁ γιός μου ὁ ἐπιστήμονας νά εἶναι μαζί μου γιά νά ἀκούσει ὄχι ἕναν τυχαῖο ἄνθρωπο. Ἐπιτέλους, κᾶνε αὐτή τή φορά τό χατίρι τοῦ πατέρα σου, πού καί ἄδικο νά ἔχει, ὅπως ἐσύ νομίζεις, ἔκανε τόσα γιά σένα. Γνωρίζω ὅτι στήν ἀπόφαση πού ἔχεις πάρει ἔχεις ἐπηρεαστεῖ ἀπό τόν παπά. Δέν ἔχεις νά χάσεις. Ἄκουσε καί μία ἄλλη ἄποψη. Ἄν δέν μείνεις θά μέ στεναχωρήσεις πολύ καί δέν γνωρίζω κι ἐγώ πώς ἀπό δῶ καί πέρα θά ἀντιδράσω. Μέ ξέρεις πολύ καλά ὅταν παίρνω τίς ἀποφάσεις μου. Γιά αὐτό σέ παρακαλῶ ἀπόψε μήν μᾶς προσβάλλεις, ἐμένα καί τή μάνα σου, μπροστά στό φίλο μου.

-Πολύ καλά μπαμπά, θά κάνω ὅπως θέλεις. Σήμερα λοιπόν στίς ὀκτώ τό βράδυ. Θά εἴμαστε ὅλοι μαζί.

-Μπράβο Δημήτρη μου. Τό περίμενα ὅτι τελικά θά σκεφτεῖς σωστά.

Ἡ παρέα ἦταν πραγματικά εὐχάριστη...

-Λοιπόν Θανάση, γιά πές μας τώρα καί λίγο ἀπό τήν ἐπιστήμη σου. Εἶναι στίς μέρες μας τόσο δύσκολο, μία νέα γυναίκα νά ρίξει τό παιδί της πού ἀπό ἀτυχία συνέλαβε; Ἀκοῦμε τόσα καί τόσα. Ὅλοι λίγο πολύ κάνουν τούς εἰδικούς. Ἀκόμα καί ἡ Ἐκκλησία θέλει νά ἔχει λόγο στά θέματα αὐτά. Ὁρισμένοι μάλιστα φανατικοί κληρικοί λένε, λένε καί τί δέ λένε. Τί λέει ὅμως ἡ ἐπιστήμη; Αὐτό ἐνδιαφέρει τό σύγχρονο ἄνθρωπο. Εἶναι τόσο δύσκολο αὐτό τό θέμα; Πές μας νά μάθουμε. Ἐσύ ἄλλωστε ὑπηρετεῖς τόσα χρόνια τό συγκεκριμένο τομέα καί γνωρίζεις καλύτερα ἀπό κάθε ἄλλον.

-Φίλε Κώστα. Γιά ἄλλες ἐποχές τό θέμα αὐτό ἦταν ὄχι μόνο δύσκολο ἀλλά καί πολύ ἐπικίνδυνο, ἀλλά στίς μέρες μας δέν μποροῦμε νά μιλοῦμε κἄν γιά δυσκολία. Ἡ ἐπιστήμη, καί ἄς τό ἀκούσει αὐτό κι ὁ Δημήτρης πού εἶναι νέος ἄνθρωπος καί μορφωμένος, ἡ ἐπιστήμη λοιπόν ἔχει κάνει τόσα ἅλματα πού τό συγκεκριμένο θέμα πού μιλοῦμε ἔχει καταντήσει γιά τήν εἰδικότητά μου ρουτίνα.

-Καί οἱ νέες κοπέλες, πῆρε τό λόγο τώρα ἡ κυρία Μαρία, πῶς τό ἀντιμετωπίζουν;

-Μέ μεγάλη εὐκολία Μαρία μου, ἀπάντησε ὁ γιατρός. Μέ τόση εὐκολία πού σέ πολύ μεγάλο ποσοστό δέν τό γνωρίζουν κἄν οἱ γονεῖς τους. Εἴπαμε, ἡ ἐπιστήμη ἔχει κάνει ἅλματα. Καί δέν νομίζω ὅτι ὑπάρχει σήμερα νέος ἄνθρωπος πού νά δυσκολεύεται νά προχωρήσει στήν ἄμβλωση, ἄν συμβεῖ μία ἀνεπιθύμητη ἐγκυμοσύνη. Ἐκτός ἄν...

-Ἐκτός ἄν; ρώτησε ὁ πατέρας τοῦ Δημήτρη.

-Ἐκτός ἄν εἶναι κανένας νέος κολλημένος σέ παλαιές ἀντιλήψεις καί ἐποχές καί δέν θέλει νά βλέπει μπροστά του. Ἀλλά τέτοιες περιπτώσεις στίς μέρες μας, εὐτυχῶς, εἶναι πολύ σπάνιες.

Σιγά σιγά, μέ τίς ἐρωτήσεις τους, ὁ κύριος Κώστας καί ἡ κυρία Μαρία, ἔστρωναν τή συζήτηση στόν καθηγητή Νίκα ὅπως ἤθελαν καί κατά τό δή λεγόμενον τοῦ ἔφερναν τό λαγό στό καρτέρι. Πραγματικά, μέ τήν εὐγλωττία του ὁ γιατρός σχεδόν κάλυψε τό θέμα. Ἡ ἔκτρωση εἶναι κάτι τό πολύ ἁπλό καί δέν εἶναι νά γίνεται κἄν συζήτηση γιά κινδύνους ἤ κάτι ἄλλο. Στό τέλος ὁ καθηγητής ἔδωσε τό λόγο στό Δημήτρη.

-Λοιπόν, τί θά μᾶς πεῖς κι ἐσύ σάν νέος ἄνθρωπος Δημήτρη; Θά ἤθελες κάτι νά ρωτήσεις;

Ὁ πατέρας τοῦ Δημήτρη λές καί προσγειώθηκε ἀπότομα στήν ἐρώτηση πού ἔκανε ὁ φίλος του στό γιό του, ἄνοιξε τά μάτια καί περίμενε τί θά πεῖ ὁ γιός του.

-Τί νά πῶ; Ἕνα μόνο νά ρωτήσω.

-Ὅ,τι θέλεις.

-Καλά ὅταν γίνεται ἡ ἄμβλωση, ἀλλά μετά; Τόσο ὁ πατέρας, ὅσο καί ἡ μητέρα, πῶς νιώθουν; Αἰσθάνονται συνειδησιακά ἤρεμοι ὅπως ὅταν βγάζουν τό δόντι τούς ἄς ποῦμε; Δέν τούς ἀκολουθοῦν τύψεις; Δέν ἔχουν ἐρινύες; Εἶναι τόσο ἁπλό γιά μία γυναίκα εἴτε αὐτή εἶναι παντρεμένη εἴτε ἀνύπαντρη, νά βγάλει τό σπλάχνο της καί νά τό πετάξει;

Ὁ καθηγητής Νίκας κατάλαβε ὅτι δέν μποροῦσε νά τά βγάλει εὔκολα πέρα μέ τόν γιό τοῦ φίλου του, καί ἔξυπνος ὅπως ἦταν, ἄν καί πειραγμένος ἀπό τήν ἐρώτηση, ἔριξε ἀλλοῦ τό μπαλάκι.

-Δημήτρη μου, αὐτό τό θέμα πού ἔριξες τώρα στή συζήτηση ὄχι ὅτι δέν ὑφίσταται, ἀλλά εἶναι πέρα ἀπό αὐτή καθαυτή τήν εἰδικότητά μου. Εἶναι καθαρά θέμα ψυχολογικῆς ὑποστήριξης τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τούς εἰδικούς.

-Ὥστε ὑπάρχει λοιπόν κατόπιν, ἀνάγκη ψυχικῆς ὑποστηρίξεως. Ἀλλά ἄν ὑπάρχει μετά, γιατί νά μήν ὑπάρχει καί πρίν ἀνάγκη ὑποστήριξης; Καί πιό ἁπλά ὅπως λέτε ἐσεῖς οἱ γιατροί, γιατί νά μήν προλαμβάνουμε ἀντί νά θεραπεύουμε;

Στήν παγωμάρα πού ἔφερε ἡ ἐρώτηση στήν ἀτμόσφαιρα, ὁ πατέρας, γιά νά βγάλει τό φίλο του καθηγητή ἀπό τή δύσκολη θέση, πού τόν εἶχε φέρει ὁ Δημήτρης, ζήτησε ἀπό τήν κυρία Μαρία νά ἀνοίξει τό μπουκάλι μέ τό γαλλικό κρασί πού τοῦ εἶχε φέρει πρίν λίγες μέρες ἀπό τήν Λυών ὁ ἀνιψιός του.

Ἀφοῦ μίλησαν γιά διάφορα θέματα, γιά τήν πολιτική καί «περί ἀνέμων καί ὑδάτων», ὁ Νίκας, γιά νά πάρει τή ρεβάνς ἔφερε καί πάλι τό θέμα στό ἐπίμαχο σημεῖο.

-Λοιπόν Δημήτρη, συμφωνοῦμε ὅτι ὅλα εἶναι ἁπλά. Θά ἔρθετε στό ἰατρεῖο μου μόνοι, ἐσύ καί ἡ Ἑλένη. Δέν χρειάζεται νά σᾶς συνοδεύει κανένας. Θά ἔρθετε καί θά δεῖτε πώς ὅλα θά πᾶνε καλά.

Καί γιά νά κλείσει τή συζήτηση χωρίς κάποιο ἀντίλογό τοῦ Δημήτρη, τόν ρώτησε.

-Εἶδα πώς ἔχεις μεγάλη βιβλιοθήκη. Φαίνεται πώς σου ἀρέσει πολύ ἡ μελέτη. Πράγματι, εἶσαι διαβασμένος. Τί μελετᾶς τελευταία;

-Κάτι πού μέ συγκίνησε καί μέ συγκλόνισε συθέμελα.

-Καί τί εἶναι αὐτό;

-Ὁ ὅρκος τοῦ Ἱπποκράτη.

-.........

Κεραυνός νά ἔπεφτε δέν θά σάστιζαν οἱ συνδαιτυμόνες ἔτσι.

Γιά ἄλλη μία φορά ἡ ἀλήθεια εἶχε νικήσει.

 

......Καί μέ τό κομποσχίνι στό χέρι ὁ ταπεινός ποιμένας μνημόνευε κάτω ἀπ' τά ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καί μέσα στή σιωπή τῆς νύχτας...Κύριε, μνήσθητι τῶν δούλων σου Δημητρίου, Ἑλένης καί τοῦ τέκνου αὐτῶν... Κύριε, ρύσαι ἡμᾶς πειρασμοῦ...

 

 

Ἡ μητέρα τῆς Ἑλένης, ἡ κυρία Παρασκευή, βρισκόταν σέ μεγάλες οἰκονομικές δυσκολίες τόν τελευταῖο καιρό. Ἀπ' ὅταν χώρισε μέ τόν ἄντρα της, πραγματικά ἔδειξε σιδερένια θέληση καί ὑπομονή καί ξεπέρασε τόν ἑαυτό της. Ἀγωνίστηκε νά μή λείψει ἀπολύτως τίποτε ἀπό τό παιδί της. Μέχρι πού τελείωσε τίς σπουδές τῆς γραφιστικῆς ἡ Ἑλένη, ἡ μητέρα της δέν εἶχε κανένα πρόβλημα νά ἐργάζεται κάποιες φορές ἀκόμα καί δεύτερη ἐργασία. Τώρα ὅμως, οἱ ἰατρικές ἐξετάσεις στή μέση ἔδειχναν νά ὑπάρχει κάποια μετακίνηση στούς σπόνδυλους καί οἱ πόνοι γίνονταν ἀφόρητοι. Τώρα τά πράγματα ἄλλαζαν, γιά αὐτό καί ἡ πρόταση τοῦ κυρίου Κώστα, τοῦ πατέρα τοῦ Δημήτρη, τῆς ἔγινε μεγάλος πειρασμός. Θά ἔπειθε τήν κόρη της νά ρίξει τό παιδί καί αὐτός θά ἀναλάμβανε ὄχι μόνο τά ἔξοδα τῆς κλινικῆς ἀλλά καί ἄλλα ἀναγκαῖα ἔξοδα... Ἄλλωστε καί ἡ ἴδια τό σκεπτόταν. Πῶς θά μποροῦσε νά ζήσει σέ λίγο καιρό ἔχοντας ἀκόμα μαζί της ἕνα νήπιο. Εἴπαμε, ὁ γαλαντόμος κύριος Κώστας θά ἔκανε μία πολύ σεβαστή κίνηση. Ἔ, τί θά ἦταν γιά αὐτόν νά δώσει κάτι καί στήν Ἑλένη της, ἄλλωστε τόν ἀπαλλάσσει ἀπό τόσα καί ἄλλα καί ἐπιτέλους ἄς πρόσεχε περισσότερο ὁ γιός του...

-Λοιπόν Ἑλένη δέν ἀκούω κουβέντα. Τά πράγματα εἶναι κανονισμένα σέ ὅλες τους τίς λεπτομέρειες. Ὁ πατέρας τοῦ Δημήτρη ἔχει κανονίσει τά πάντα. Καί ὅπως θυμᾶσαι πρίν ἀπ' ὅλους ἐγώ ἡ ἴδια σου εἶπα ὅτι ἡ ἐγκυμοσύνη δέν πρέπει νά συνεχίσει. Ἤδη εἶσαι στά ὅρια. Δέν χρειάζεται νά χάνουμε οὔτε μέρα.

-Μαμά, πῶς μιλᾶς ἔτσι; Δέν σέ ἀναγνωρίζω. Ἐσύ ἤσουν τόσο εὐαίσθητη. Τόσο πολύ λοιπόν ἔχεις κουραστεῖ ποῦ λές πράγματα πού κατά βάθος καθόλου δέν τά πιστεύεις; Καταλαβαίνεις ὅτι ἤδη εἶμαι μάνα; Ἐσύ θά ἔκανες αὐτό τό πράγμα ποτέ σέ μένα, τό μοναδικό σου παιδί, τή μόνη σου χαρά καί παρηγοριά καί ἐλπίδα ὅπως συχνά μοῦ λές;

Ἡ κυρία Παρασκευή δέν ἔβγαλε λέξη ἀπό τό στόμα της. Φαινόταν ὅτι εἶχε ἀναστατωθεῖ ἀπό τίς κουβέντες τῆς μοναχοκόρης της, τῆς Ἑλένης.

Πῆρε τό λόγο καί πάλι ἡ Ἑλένη.

-Μαμά μου σκέπτεσαι ὅτι σέ λίγους μῆνες θά εἶμαι ἐγώ μητέρα καί ἐσύ μία εὐτυχισμένη γιαγιά; Σοῦ πέρασε αὐτή ἡ σκηνή ἀπό τό νοῦ;

Καθώς ἔλεγε αὐτά τά τελευταῖα της λόγια, ἡ Ἑλένη ἀγκαλίασε τή μητέρα της καί αὐτή δέν ἄντεξε. Λύγισε. Τά δάκρυα ἔτρεχαν καί ἀπό τά μάτια τῶν δύο.

-Παιδί μου νά γνωρίζεις ὅτι...

Τό θέμα εἶχε φτάσει στά ὅριά του. Ἤ ὁ Δημήτρης καί ἡ Ἑλένη θά ἔκαναν αὐτό πού ἤθελαν οἱ γονεῖς τους ἤ θά ἄκουγαν τή φωνή τῆς συνειδήσεώς τους καί τοῦ πνευματικοῦ τους πατέρα καί θά ἔπρεπε νά ἐξαφανιστοῦν. Οἱ πιέσεις ἦταν ἀφόρητες καί οἱ δικοί τους δρομολόγησαν μία ἐπίσκεψη στόν ἰατρό Νίκα μέ πρόφαση νά ἐξετάσει τήν Ἑλένη ἀλλά οὐσιαστικά νά πειστεῖ ἡ ἴδια, ἀφοῦ ὁ Δημήτρης ἦταν ἀνένδοτος, νά προχωρήσει στή διακοπή.

Ἀφοῦ ἦρθαν ἔτσι τά πράγματα καί παρουσιαζόταν τό ἐνδιαφέρον γιά τό ἔμβρυο, ὁ Δημήτρης δέν μποροῦσε νά κάνει διαφορετικά. Τήν ἄλλη μέρα θά ἔπρεπε οἱ δύο τους νά ἐπισκεφθοῦν τόν Νίκα στήν κλινική. Ὅλες οἱ πλευρές εἶχαν συμφωνήσει στό τί καί πώς θά ἔπρεπε νά ἀκολουθηθεῖ. Ἄλλωστε ἡ πιθανότητα πού δίνουν οἱ γιατροί νά βγεῖ τό παιδί μή φυσιολογικό, θά ἔπαιζε καί αὐτή τό ρόλο της στό νά πειστεῖ ἡ Ἑλένη. Ὁ Νίκας μάλιστα εἶχε διαπιστώσει πώς ὅταν εἶναι μόνη της μπορεῖ εὐκολότερα νά περνᾶ τά «ἐπιστημονικά» του μηνύματα.

Ὁ Δημήτρης ἐπικοινώνησε μέ τό φίλο του τό Γιῶργο πού ὅλο αὐτό τόν καιρό τούς συμπαραστεκόταν μέ ὅλες του τίς δυνάμεις, καί ἀποφασίζουν μέ τό Ι. Χ. νά ἐπισκεφθοῦν τόν πνευματικό τους πατέρα. Μετά ἀπό ταξίδι περίπου μίας ὥρας, ἔφθασαν στά Πλατάνια. Ὁ π. Ἀδριανός βρισκόταν στό ναό. Εἶχαν μαζευτεῖ τά παιδάκια τῆς ἐνορίας του καί τούς ἔκανε τό μάθημα τοῦ Κατηχητικοῦ σχολείου. Μπῆκαν καί οἱ δύο τους μέσα στόν μεγαλοπρεπῆ καί συνάμα κατανυκτικό ναό τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ προσκύνησαν, κάθισαν σέ μία ἄκρη γιά νά μή διακόψουν τή μυσταγωγία τῆς κατηχήσεως. Μπροστά στίς μεγάλες εἰκόνες τοῦ ἀρχαίου τέμπλου ἔκαιγαν τά καντηλάκια πού φώτιζαν τίς μορφές τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τοῦ Προδρόμου, τοῦ ἄγ. Νικολάου καί τίς ἄλλες εἰκόνες, ἐνῶ τό μοσχοθυμίαμα σέ ἔκανε νά μεταφέρεις τή σκέψη σου καί τήν προσοχή σου σέ ἄλλους κόσμους.

Τά παιδιά κρέμονταν ἀπό τά χείλη τοῦ κατηχητοῦ καί πνευματικοῦ τους. Ὁ Ἱερεύς τοῦ Θεοῦ μιλοῦσε μέ φωνή πού μαρτυροῦσε ἰδιαίτερη συγκίνηση καθώς τούς ἐξιστοροῦσε τό θαυμαστό περιστατικό τῆς εὑρέσεως τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνας τῆς Θεοτόκου, πού τώρα φυλασσόταν στό κεντρικό προσκυνητάρι καί εὐλογοῦσε καί φύλαγε τούς πιστούς της μικρῆς ἐπαρχιακῆς αὐτῆς πόλης. Ἦταν ὅλα τόσο ὄμορφα. Ἔλεγες νά μήν τελειώσει ποτέ αὐτή ἡ διδαχή.

Στό τέλος ὅλα μαζί τά παιδιά ἔψαλαν τό «Φῶς Ἱλαρόν» καί τό ἀπολυτίκιο τοῦ ἄγ. Νικολάου. Τραγούδησαν δύο τραγούδια τοῦ Κατηχητικοῦ τους μέ νεανικό παλμό καί ἐνθουσιασμό καί στό τέλος ἔκαναν τήν προσευχή τους.

Ὁ π. Ἀδριανός ἔδωσε στά παιδιά ἀπό μία μικρή εἰκονίτσα τῆς Θεοτόκου καί ἀφοῦ ἔλαβαν τήν εὐχή του, ἔφυγαν γιά νά συνεχίσουν τήν μελέτη τῶν μαθημάτων τους καί τίς ἄλλες ἀσχολίες τους.

Ὅλη αὐτή τήν ὥρα πού ὁ γέροντας μιλοῦσε στά παιδιά, οἱ δύο φίλοι στήν ἄκρη τοῦ ναοῦ ἄκουγαν, καί ταυτοχρόνως εἶχαν βυθιστεῖ στίς σκέψεις τους. Ὁ Γιῶργος θυμόταν τίς ὄμορφες στιγμές πού καί αὐτός εἶχε περάσει στό Κατηχητικό του σχολεῖο, ἐνῶ ὁ Δημήτρης ἄκουγε ἕνα παράπονο μέσα στήν καρδιά του, ὅτι ποτέ οἱ δικοί του δέν τόν ὁδήγησαν σέ μία τέτοια εὐλογημένη παρέα. Πόσα θά μποροῦσε νά εἶχε ἀποφύγει ἄν στήν κρίσιμη ἡλικία εἶχε γνωρίσει κάποια πρόσωπα καί κάποια πράγματα...

Ὁ π. Ἀδριανός μέ τό φωτεινό βλέμμα, κάλεσε τούς δύο φίλους του νά μιλήσουν μαζί καί κατόπιν τόν καθένα ἰδιαίτερα.

Ὁ Δημήτρης φαινόταν σέ ἀπελπιστική κατάσταση. Μέ νοτισμένα τά μάτια ἔλεγε στόν πνευματικό του ὅτι ἡ ὅλη κατάσταση τόν εἶχε κουράσει ἀφάνταστα, εἶχε ξεπεράσει τίς δυνάμεις του καί δέν ἄντεχε ἄλλο μαρτύριο. Δεχόταν πιέσεις ἀπό παντοῦ, λές καί ὅλα εἶχαν συνωμοτήσει ἐναντίον του. Ἀκόμα καί αὐτή ἡ Ἑλένη, ἔδειχνε τώρα νά μήν ξέρει τί νά κάνει. Συζητοῦσε ὅλα τά ἐνδεχόμενα. Ὅλοι οἱ πειρασμοί εἶχαν πέσει ἐπάνω τους καί δέν τούς ἄφηναν νά ἡσυχάσουν καί νά σκεφτοῦν ψύχραιμα.

Ὁ πνευματικός τό ἔβλεπε καθαρά. Θά ἔπρεπε τώρα νά δώσουν τήν τελευταία καί μεγάλη μάχη. Σέ δύο ἡμέρες θά ἑόρταζαν τήν εὕρεση τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνας καί οἱ πιστοί θά δέονταν, ὁ καθένας γιά τό δικό του πρόβλημα, ἀλλά καί πολλές ψυχές θά εὐχαριστοῦσαν τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας γιά τήν «ἐκπλήρωσιν τῆς αἰτήσεως».

Κατά συγκυρία, τήν ἴδια ἀκριβῶς ἡμέρα ὁ Δημήτρης καί ἡ Ἑλένη θά βρίσκονταν στήν κλινική του Νίκα γιά νά δοῦν τί χρειάζεται ἡ ἐγκυμονούσα ἀλλά κυρίως θά βρίσκονταν ἐκεῖ γιά νά ἐξελιχθεῖ τό φοβερό σχέδιο πού εἶχε δρομολογηθεῖ...

Ὁ π. Ἀδριανός μίλησε στό Δημήτρη μέ πολλή πατρική ἀγάπη ἀλλά καί μέ τήν ψυχρή, φωτεινή λογική πού τοποθετεῖ τά πράγματα στή σωστή τους πάντα βάση. Τόν τόνωσε, ἀλλά ταυτοχρόνως τοῦ ξεκαθάρισε ὅτι ἡ ἔκτρωση εἶναι ἕνα ἔγκλημα ἐκ προμελέτης. Ἀκόμα τοῦ ἔδωσε νά μελετήσει κάποιο σχετικό ἐπιστημονικό βιβλίο πού μεγάλοι καί εὐσυνείδητοι ἰατροί, ἀποκάλυπταν τί πραγματικά εἶναι ἡ ἔκτρωση καί τί συνέπειες ἔχει, τόσο γιά τόν πατέρα ὅσο καί γιά τή μητέρα...

Τά δύο στρατόπεδα εἶχαν ἀρχίσει τή μάχη τους.

Ἀπό τή μία μεριά ὁ πνευματικός, ὁ π. Ἀδριανός, δεόταν καί παρακαλοῦσε νά ἀποφευχθεῖ τό μεγάλο κακό πού ἑτοιμαζόταν, καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, οἱ γονεῖς, ὁ γιατρός Νίκας, οἱ γνωστοί καί φίλοι, ὑποστήριζαν τήν ἄποψή τους καί ἑτοίμαζαν ψυχολογικά τους δύο νέους ἀνθρώπους... Ἄλλωστε, τούς τόνιζαν, δέν εἶστε οὔτε οἱ πρῶτοι οὔτε οἱ τελευταῖοι...

Ὁ π. Ἀδριανός μαζί μέ τόν Γιῶργο πού γνώριζε, καί μέ κάποιες ἄλλες ψυχές πού δέν γνώριζαν ὅμως τό θέμα, ἀλλά ἀφοῦ τούς παρακάλεσε ὁ πνευματικός τους, ἕνωσαν τίς δεήσεις τους καί ἔκαναν στρατόπεδο προσευχῆς.

Δέν ἦταν ἡ πρώτη φορά πού ὁ πνευματικός ἔδινε μεγάλη μάχη.

Ἀνθρωπίνως φαινόταν τώρα νά ὑπερισχύει τό ἀντίθετο στρατόπεδο.

Δέν ἔμενε τώρα παρά νά κάνει δυναμική ἐπέμβαση ὁ οὐρανός, ἀφοῦ κατά βάθος καί ὁ Δημήτρης καί ἡ Ἑλένη ἤθελαν τό ἀγγελάκι τους καί σίγουρα θά προχωροῦσαν στήν δημιουργία τῆς οἰκογένειας.

Ξημέρωνε ἡ κρίσιμη ἡμέρα. Ὁ π. Ἀδριανός εἶχε ἑτοιμαστεῖ ἀπό τήν προηγούμενη μέρα μέ τόν ἑσπερινό, τό ἀπόδειπνο καί τήν ἰδιαίτερη προσευχή του γιά τή Θ. Λειτουργία. Πάντοτε ἡ πανήγυρις αὐτή συγκινοῦσε πολύ κόσμο ἀπό τήν γύρω περιοχή. Ἰδιαίτερα ἔρχονταν νέοι ἄνθρωποι νά παρακαλέσουν τήν Παναγία. Πόσοι καί πόσοι ἔρχονταν φέρνοντας μαζί τους βουνό καί ἄλυτα τά προβλήματα καί ἡ Παναγία ἔδινε τή λύση ποῦ ἔπρεπε; Ἔκανε τό θαῦμα τῆς ὅπως οἱ ἴδιοι οἱ προσκυνητές μέ συγκίνηση ὁμολογοῦσαν.

Τά παιδιά χτυποῦσαν τίς καμπάνες μέ τόσο ἐνθουσιασμό, λές καί ἔβγαινε μέσα ἀπό τήν καρδιά τούς μία ἰδιαίτερη δύναμη καί καλοῦσαν τούς ἀνθρώπους καί τούς ἀγγέλους νά ὑμνήσουν «τήν Τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξωτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ».

Οἱ ψάλτες συνδύαζαν μεγαλοπρέπεια καί κατάνυξη. Ὅταν μάλιστα στήν ἀρτοκλασία ἀκούστηκε ἀπό τόν ἱερέα τό «Θεοτόκε Παρθένε» ὅλο τό ἐκκλησίασμα αἰσθάνθηκε ἰδιαίτερη συγκίνηση...

Καί ἐνῶ μέσα στόν προσκυνηματικό ναό, ἄγγελοι καί ἄνθρωποι λάτρευαν τό Θεό καί ὑμνοῦσαν τή Χάρη τῆς Θεοτόκου, σέ ἀρκετή ἀπόσταση ἀπό ἐκεῖ, μέσα στό ἰατρεῖο - χειρουργεῖο τοῦ καθ. Νίκα, οἱ δύο νέοι, ὁ Δημήτρης καί ἡ Ἑλένη, σχεδόν ζαλισμένοι, καί δίχως νά ἔχουν συνειδητοποιήσει ἀπολύτως τί θά ἀκολουθοῦσε, ἄκουγαν ἀμίλητοι τίς θεωρίες τοῦ ἰατροῦ.

Οἱ γονεῖς τοῦ Δημήτρη καί ἡ μητέρα τῆς Ἑλένης αἰσθάνονταν ὅτι τό σχέδιό τους εἶχε πετύχει καί ἔτσι, μέσα σέ λίγες ὧρες ὁ ἐφιάλτης θά ἦταν ἕνα κακό παρελθόν πού σέ λίγο καιρό καί τά ἴδια τά παιδιά τους θά τό εἶχαν λησμονήσει. Ὁ πατέρας μάλιστα τοῦ Δημήτρη, ὁ κύριος Κώστας, θαύμαζε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του. Ἔλεγε καί ξαναέλεγε ὅτι κανένας μέχρι τώρα δέν εἶχε κατορθώσει νά τόν νικήσει. Αὐτό πού ἤθελε, τελικῶς τό κατόρθωνε. Καί εἶναι ἀλήθεια πώς ὁ γιός τοῦ ὁ Δημήτρης, πού τοῦ εἶχε μοιάσει ἀρκετά, καί εἶχε πάρει ἀπό τά χαρίσματά του, τόν εἶχε δυσκολέψει, ὅμως τελικά τώρα γίνεται τό δικό του.

Λοιπόν Ἀδριανέ, μονολογοῦσε καθιστός στό γραφεῖο τοῦ ὁ κύριος Κώστας καί φέρνοντας ἀργά ἀργά τό τσιγάρο στό στόμα, λοιπόν, δέν τά κατάφερες. Ἐγώ ἔχω τόν τελευταῖο λόγο. Ἐσύ μεῖνε μέ τίς ἱστοριοῦλες σου, τίς ὡραῖες μέν γιά τούς νέους καί τίς συναισθηματικές καρδιές, ἀλλά τίς τελείως ξεπερασμένες γιά τήν ἐποχή μας. Ὁ γιός μου δέν μπορεῖ παρά νά μοιάσει ἐμένα. Εἶναι βέβαια ἀκόμα λίγο εὐαίσθητος, ἀλλά σέ λίγο καιρό πού θά ἔχει καί τή δική του ἐργασία ὅλα θά ἔρθουν ὅπως τά ὑπολογίζω.

Ἐνῶ μονολογοῦσε ὁ κύριος Κώστας ἐμφανίστηκε ἡ σύζυγός του.

-Λοιπόν, τά καταφέραμε;

-Μά, τό ρωτᾶς; Ὅπου νά ναί, ἄν ἤδη δέν ἔχει τελειώσει,θά τελειώνει ὁ Νίκας.

-Δέν σοῦκρύβω ὅμως ὅτι,

-Σταμάτα καί μήν λές τίποτε, τήν διέκοψε ὁ σύζυγός της. Ἄφησε τούς συναισθηματισμούς. Τελικά ἐσεῖς οἱ μανάδες χαλᾶτε τά παιδιά καί τά κάνετε ὑπερευαίσθητα. Ἄν δέν πάταγα πόδι καί δέν ἐφάρμοζα τό σχέδιό μου δέν θά ξεμπλέκαμε ποτέ μ' αὐτήν τήν ὑπόθεση... Τώρα μάλιστα πού θά ἔρθει καί τό δεύτερο καλό μαντάτο;

-Ποιό; Γιά ποιό πράγμα μιλᾶς;

-Γιά τήν ἐργασία του. Μέ εἰδοποίησε χθές ὁ φίλος μου ὁ Κανελλόπουλος ὅτι τό Δημήτρη τόν προσέλαβαν στήν ἐργασία, στήν εἰδικότητά του μέ πολύ καλό μισθό καί μέ μεγάλες προοπτικές γιά ἐξέλιξη.

-Μά αὐτό εἶναι πράγματι εὐχάριστο. Αὐτό πού περιμέναμε. Ἀλλά γιατί μᾶς τό κρατᾶς μυστικό;

-Μά δέν καταλαβαίνεις; Δέν καταλαβαίνετε ἐσεῖς οἱ γυναῖκες κάποια πράγματα; Ἄν τό ἔλεγα ὁ γιός μας θά ἄλλαζε ἀμέσως, θά τό ἔπαιζε δυνατός καί τελικά θά ἔκανε τό δικό του. Τώρα πού θά ἔρθει, πρίν πεῖ ὁτιδήποτε καί ξεσπάσει, θά τοῦ τό ἀνακοινώσω ἀμέσως καί τό βράδυ θά βγοῦμε ὅλοι μαζί ἔξω.

-Ποιοί δηλαδή;

-Ἐμεῖς, ὁ Δημήτρης καί ὁ φίλος μου ὁ ἔμπορος ὁ Ζήσης μέ τήν κόρη του.

-Μπά; Πῶς καί ἔτσι ἡ κόρη του; Αὐτή εἶχε χαθεῖ.

-Ναί, σπούδαζε στήν Ἀμερική, ἔκανε καί μεταπτυχιακό καί ἐπέστρεψε. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ Δημήτρης θά τή συμπαθήσει. Τό ἴδιο βέβαια καί αὐτή τό Δημήτρη...

-Τί νά πῶ;

-Νά μήν πεῖς τίποτα. Θά δεῖς ὅτι θά ἔλθουν πολύ καλύτερα ἀπ' ὅτι τά περιμέναμε...

 

Καί ἐνῶ οἱ γονεῖς τοῦ Δημήτρη ἔκαναν σχέδια ἐπί σχεδίων, ἐπάνω στά Πλατάνια ὁ πνευματικός του Δημήτρη καί τῆς Ἑλένης, ὁ π. Ἀδριανός, τήν ὥρα τῆς Μεταβολῆς τῶν Τιμίων Δώρων, μέ δάκρυα στά μάτια καί γονατιστός παρακαλοῦσε γιά ὅλο τόν κόσμο, γιά ὅλα τά πνευματικά του παιδιά, καί κυρίως γιά τό Δημήτρη καί τήν Ἑλένη. Στό «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας Ἀχράντου», ἐμφανῶς συγκινημένος, παρακαλοῦσε τήν Δέσποινα τοῦ κόσμου νά κάνει τήν θαυμαστή ἐπέμβασή της, ἔστω καί τήν τελευταία στιγμή, ὅπως ἀρκετές φορές εἶχε συμβεῖ μέχρι τώρα.

Ἀλλά ἄς ἀφήσουμε τόν εὐλογημένο ἄνθρωπο βυθισμένο μέσα στή συγκλονιστική προσευχή του πού ἔφθανε πύρινη στόν θρόνο τοῦ Παντοκράτορα καί ἄς δοῦμε τί γίνεται αὐτή τή στιγμή στό χειρουργεῖο.

Ὁ Δημήτρης καί ἡ Ἑλένη, σάν νά μήν εἶναι οἱ ἴδιοι, λές καί ἔπαψαν νά λειτουργοῦν τά νεῦρα τους καί ἡ συνείδησή τους ἀλλοιώθηκε, εἶπαν τό ναί... Τό νοσηλευτικό προσωπικό ἑτοίμασε τή νέα γυναίκα στό χειρουργεῖο καί ὁ ἴδιος ὁ μεγάλος γιατρός Νίκας ἑτοιμάστηκε... Ἡ πόρτα σφράγισε καί ὁ Δημήτρης ριγμένος σάν ἄψυχο σῶμα στήν ἄκρη τοῦ καναπέ περίμενε.

Μέχρι ἐκείνη τή στιγμή δύο κόσμοι πάλευαν. Ἄν διέθεταν οἱ ἄνθρωποι πνευματικούς ὀφθαλμούς θά μποροῦσαν νά δοῦν πολλά πράγματα νά συμβαίνουν... Καί ἐνῶ ὁ Δημήτρης καθόταν ριγμένος στόν καναπέ στό χώλ τῆς ἀναμονῆς, κάτι σάν νά ἄγγιξε τήν καρδιά του.

-Μά τί θέλω ἐγώ ἐδῶ μέσα; Τί γίνεται; Τί κάνουν τώρα στήν Ἑλένη καί στό παιδί μου; Π. Ἀδριανέ, ποῦ εἶσαι; Γιῶργο, φίλε Γιῶργο - Παναγία μου, μή μέ ἐγκαταλείπεις. Σήμερα γιορτάζεις, βοήθησέ μας.

Ὁ Δημήτρης, σάν νά ξύπναγε ἀπό ἕνα φοβερό λήθαργο. Καί ἐνῶ αἰσθανόταν νά ξαναβρίσκει τόν ἑαυτό του, ξαφνικά βλέπει τήν πόρτα τοῦ χειρουργείου νά ἀνοίγει. Ὁ ἴδιος ὁ ἰατρός Νίκας, ντυμένος τήν χειρουργική στολή, σοβαρός σοβαρός, κατευθυνόταν ἐπάνω του. Ὅταν ἔφτασε κοντά του, ὁ Δημήτρης αἰσθάνθηκε ὅτι θά λιποθυμήσει. Δέν ἄντεχε νά ἀκούσει τίποτε σάν ἀπ' αὐτά πού τούς ἔλεγε πρίν ὅτι ὅλα εἶναι ἁπλά καί τελειώνουν σύντομα...

Ὁ Νίκας κάθησε δίπλα του, τοῦ ἔπιασε τό χέρι, καί μέ ἕνα περίεργο ὕφος, σάν νά ἔτρεμε τόν ρώτησε:

-Δημήτρη, γιατί νά χαλάσουμε τό παιδί;

-.........

-Εἶναι τό παιδί σου, τό γνωρίζεις; Γιατί νά προχωρήσουμε σέ κάτι πού δέν πρέπει καί ποῦ δέν θά σέ ἀφήσει ποτέ νά ἡσυχάσεις; Γνωρίζεις τί πράγμα εἶναι αὐτό;

Ὁ Δημήτρης δέν καταλάβαινε ἄν αὐτά πού ἄκουγε ἀπό τόν Νίκα ἦταν ἕνα ὄνειρο ἤ ἡ πραγματικότητα πού ζοῦσε. Κατόρθωσε μόνο νά ψελλίσει μέ τά χείλη του:

-Μά, κύριε Νίκα...

-Ὄχι. Τό παιδί πρέπει νά γεννηθεῖ. Τό ἀγαπᾶτε καί οἱ δύο σας καί πρέπει νά ζήσει.

-Μά ἐγώ δέν ἤμουν αὐτός πού ἔλεγα...

-Δημήτρη, ὅ,τι εἴπαμε, εἴπαμε. Ὅ,τι ἔγινε, ἔγινε. Λοιπόν, οἱ ἀδελφές θά βοηθήσουν τήν Ἑλένη νά ἑτοιμαστεῖ καί ἐμεῖς θά πᾶμε μία βόλτα μέ τό αὐτοκίνητό μου. Νά πάρουμε λίγο καθαρό ἀέρα καί νά μιλήσουμε.

Ἡ Θ. Λειτουργία στά Πλατάνια κόντευε νά τελειώσει. Ὁ ἱεροκήρυκας πού εἶχε ἔρθει ἀπό τήν Μητρόπολη, ὁ φλογερός π. Ἰωάννης, εἶχε κάνει τούς πιστούς νά ἐνθουσιαστοῦν.

«Ἀδελφοί μου, τόνισε, γιά τόν πραγματικά πιστό ἄνθρωπο δέν ὑπάρχουν ἐμπόδια. Ἄν ὑπάρχει πίστις, τά βουνά τῶν ἐμποδίων μεταβάλλονται σέ πεδιάδες, καί ἄν ἐναποθέσουμε τό πρόβλημά μας μπροστά στό θρόνο τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου μας, νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι θά λάβουμε τή λύση πού πρέπει. Λύση πού θά δοξάσει τόν Θεό, θά σώσει τόν πιστό καί θά καταντροπιάσει τόν ἐχθρό μας τό Διάβολο πού κάνει τά πάντα γιά νά καταστρέψει τόν ἄνθρωπο...»

Τά μάτια τοῦ π. Ἀδριανοῦ εἶχαν μεταβληθεῖ σέ δύο ἀστείρευτες πηγές...

Στό «Ἴδωμεν τό Φῶς τό Ἀληθινόν», οἱ προσκυνητές αἰσθάνθηκαν μία ἰδιαίτερη εὐωδία. Μία εὐωδία πού ἔβγαινε ἀπό τήν εἰκόνα τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Αἰσθάνθηκαν τήν χαρακτηριστική αὐτή εὐωδία πού βγαίνει ἀπό τήν εἰκόνα ὅταν ἔχει πραγματοποιηθεῖ τό θαῦμα τῆς Παναγίας στά Πλατάνια.

Ὅλοι συγκλονίστηκαν. Μά τί συνέβη; Ποιός καί γιατί εἶχε παρακαλέσει τήν Παναγία καί τί λύση εἶχε δώσει ἡ Χάρη της; Ρίγη συγκινήσεως διαπερνοῦσαν τούς πιστούς. Ὁ π. Ἀδριανός αἰσθανόταν βαθιά κατάνυξη καί ταυτοχρόνως τήν πληροφορία ὅτι τό αἴτημά του, ἀλλά καί τό αἴτημα τῶν ψυχῶν πού παρακαλοῦσαν γιά τό ἴδιο θέμα εἶχε γίνει δεκτό, καί ἡ Παναγία μᾶς εἶχε κάνει τό θαῦμα της. Μίλησε μέ ἕνα τρόπο στίς καρδιές πού μόνο Αὐτή μπορεῖ νά κάνει...

Καί ἐνῶ στά Πλατάνια οἱ πιστοί αἰσθάνονταν τήν ἰδιαίτερη χάρη τῆς Θεοτόκου καί ὁ π. Ἀδριανός εὐχαριστοῦσε καί δοξολογοῦσε, στήν ἄκρη τῆς πολιτείας, σέ ἕνα ἥσυχο ἀναψυκτήριο, κάτω ἀπό τόν ἴσκιο τῶν δέντρων, ὁ καθηγητής Νίκας καί ὁ Δημήτρης συζητοῦσαν.

Ὁ Νίκας ὁμολογοῦσε ὅτι πρώτη φορά αἰσθάνθηκε τέτοιο πράγμα μέσα στήν καρδιά του. Τήν ὥρα πού ὅλα ἦταν ἕτοιμα γιά τήν ἐπέμβαση, γιά τό μεγάλο δηλαδή κακό, αἰσθάνθηκε μέσα τοῦ μία περίεργη ἀλλαγή. Ἐνῶ γιά αὐτόν ἦταν πραγματικά θέμα ρουτίνας ἡ ἄμβλωση, τώρα γιά πρώτη φορά αἰσθανόταν ὅτι αὐτό πού πήγαινε νά κάνει ἦταν κάτι τό πολύ σοβαρό. Αἰσθάνθηκε νά τοῦ μουδιάζει ὅλο τό κορμί. Ὅπως ἐξηγοῦσε στόν ἔκπληκτο Δημήτρη, προσπάθησε νά μή δώσει σημασία, νά τό ξεπεράσει. Ὅμως αὐτό πού αἰσθανόταν γινόταν τόσο ἔντονο, ὥστε κατάλαβε ὅτι εἶχε περάσει καί βίωνε κάποια ἄλλα ἄγνωστα ὑπαρξιακά ἐπίπεδα.

Ὁ Δημήτρης ἄκουγε ὅλα αὐτά, ἀπό τόν ἄνθρωπο πού, μέχρι πρίν λίγες μόλις ὧρες, ἔκανε τά πάντα γιά νά τόν πείσει στίς ἀπόψεις του, καί χωρίς λόγια, μέ στεναγμούς μέσα ἀπό τήν καρδιά του, εὐχαριστοῦσε τήν Μητέρα τῆς Ζωῆς, τήν Παναγία μας, ἀλλά καί τόν πνευματικό του πατέρα, ὁ ὁποῖος ἔκανε τόσο ἀγώνα γιά νά ἔλθει τώρα αὐτό τό ἀναπάντεχο καί εὐλογημένο ἀποτέλεσμα.

 

 

Πῶς ἐξελίχθηκαν τώρα τά πράγματα μέσα ἀπό αὐτό τό ἀπρόσμενο γεγονός, δηλαδή μετά ἀπό τήν ἐπέμβαση τῆς Θεομήτορος;

Ὁ Δημήτρης καί ἡ Ἑλένη, γεμάτοι χαρά καί συγκίνηση, ἔφτασαν στά Πλατάνια νά εὐχαριστήσουν τήν Παναγία μας καί ἔταξαν νά βαπτίσουν τό ἀγγελάκι τους στήν Χάρη της. Ὁ πνευματικός τους πατέρας ἀνάλαβε νά τούς βοηθήσει σέ ὅ,τι θά χρειάζονταν, ἀλλά δέν χρειάστηκε νά βοηθήσει ὑλικῶς ὁ π. Ἀδριανός. Ἡ Χάρις τῆς Παναγίας κάλυψε καί τούς γονεῖς τοῦ Δημήτρη καί τή μητέρα τῆς Ἑλένης.

Μετά τήν ἀπρόσμενη ἐξέλιξη, ὁ πατέρας τοῦ Δημήτρη, ὁ κύριος Κώστας αἰσθάνθηκε γιά πρώτη φορά στή ζωή του, ὅτι δέν μπορεῖ νά τά βάζει μέ τούς πνευματικούς νόμους. Ταπεινώθηκε, ἄνοιξε τήν καρδιά του καί δέχτηκε στήν ἀγκαλιά τοῦ τό Δημήτρη, τήν μέλλουσα νύφη του καί φυσικά τό μικρό του ἐγγονάκι πού σιγά σιγά ἐρχόταν καί ὅλους θά τούς ἔδενε μέ τά ὄμορφα δεσμά τῆς οἰκογενειακῆς χαρᾶς. Πραγματικά, ὅλα ἦρθαν κατ' εὐχήν.

Ὁ Δημήτρης σέ δύο ἡμέρες βρισκόταν στό γραφεῖο του. Εἶχε διοριστεῖ καί τώρα ξεδίπλωνε τά τόσα διανοητικά καί διοικητικά του χαρίσματα. Ἀκολούθησε τό μυστήριο τοῦ γάμου μέ κουμπάρο τό φίλο του Γιῶργο, ἐνῶ τώρα ἔμεναν στό νέο καινούριο σπίτι πού τούς χάρισε ὁ πατέρας τοῦ Δημήτρη.

Τό τί ἔγινε ὅταν ἔφτασε ἡ ὥρα τῆς γέννας; Αὐτό πιά δέν περιγράφεται. Ὅταν ἀκούστηκε τό πρῶτο δυνατό κλάμα μέσα ἀπό τό χειρουργεῖο, ὅλοι νόμιζαν ὅτι ἡ καρδιά τους θά ἐκραγεῖ. Ὁ ἴδιος ὁ καθηγητής Νίκας, ἕνας τώρα τελείως ἀλλαγμένος ἄνθρωπος, μετά μάλιστα τήν ἐπικοινωνία του μέ τόν π. Ἀδριανό, βγῆκε γιά νά δώσει τά συγχαρητήρια στόν πατέρα, στόν παππού καί στίς γιαγιάδες. Ὁ Θεός εἶχε χαρίσει ἕνα νέο ἄνθρωπο στήν οἰκογένεια, στό Ἔθνος, στήν κοινωνία.

Ὁ Δημήτρης ἔκανε σάν τρελός ὅταν, πειράζοντας τόν, τοῦ ἔλεγαν πώς ὁ γιός τοῦ ἦταν ἴδιος ὁ Δημήτρης.

Ἡ Ἑλένη, ὅπως ἡ ἴδια ἔλεγε, δέν γνώριζε ἄν ζοῦσε στή γῆ ἤ στόν οὐρανό. Βλέποντας τήν κανείς νά κρατᾶ στήν ἀγκαλιά τό ἀγγελάκι της, αὐθόρμητα δοξολογοῦσε τό Θεό γιά τήν ὀμορφιά καί τή δύναμη τῆς δημιουργίας.

Ὁ Δημήτρης, ἡ Ἑλένη καί τό παιδί στήν ἀγκαλιά τους, ἦταν μία εἰκόνα ἀπ' αὐτές πού λαχταρᾶ ἡ ζωή μας καί κάνουν τόν κόσμο νά γίνεται ὄμορφος καί νά συνεχίζει νά ζεῖ μέ ἀγαθές ἐλπίδες.

Τό ἀποκορύφωμα ὅμως ἦταν ἡ βάπτιση τοῦ μικροῦ, πού τώρα εἶχε γίνει τό κέντρο τοῦ κόσμου.

Ὅλοι οἱ φίλοι καί συγγενεῖς, καλεσμένοι ἐπάνω στά Πλατάνια.

Ὁ ναός τῆς Παναγίας εἶχε γεμίσει σχεδόν ὅπως καί στήν ἡμέρα τῆς Χάρης της, καί στά πρόσωπα ὅλων ἦταν ζωγραφισμένη ἡ χαρά καί ὁ ἐνθουσιασμός. Νονός τοῦ μικροῦ ἀγγέλου ἦταν - ποιός μποροῦσε νά τό φανταστεῖ; - ὁ καθηγητής Νίκας. Ὁ ἴδιος ὁ γιατρός φαινόταν τώρα τόσο διαφορετικός καί σοβαρός. Ὅταν ὁ π. Ἀδριανός ὕψωσε στά χέρια τοῦ τό βρέφος καί πρόφερε τή φράση «βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Κωνσταντῖνος», τό ὄνομα τοῦ παπποῦ, ἄν κανείς κοίταζε τόν κύριο Κώστα, τόν πατέρα τοῦ Δημήτρη, θά ἔβλεπε μαζί μέ τό χαμόγελο στά χείλη, τά δάκρυα πού εἶχαν γεμίσει τά μάτια του. Ἀλήθεια, τί νά σκεπτόταν ἐκείνη τή στιγμή... Μόνο ἡ σύζυγός του πού ἦταν δίπλα του καί αὐτή συγκινημένη, τόν ἄκουσε νά λέει μονολογώντας: Θεέ μου, Σέ εὐχαριστῶ μέσα ἀπ' τήν καρδιά μου γιά ὅλα...

 

 

Στό τέλος τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος ὁ π. Ἀδριανός, πού τώρα τόν γνώριζαν ὅλοι καί σχεδόν εἶχαν συνδεθεῖ μαζί του, ἀφοῦ εἶπε λίγα λόγια γιά τό μυστήριο καί τήν ἀξία τοῦ κάθε ἀνθρώπου πού ἔρχεται στή ζωή, ἔκλεισε μέ τήν φράση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου «Δόξα τῷ Θεῶ πάντων ἕνεκεν...»

Μία νέα ὄμορφη οἰκογένεια εἶχε ἀνοιχτεῖ στό στάδιο τῆς ζωῆς ἔχοντας ὅλες τίς προϋποθέσεις γιά νά εἶναι εὐτυχισμένη, καί κυρίως ἔχοντας στήριγμα τόν πνευματικό της, τόν ἄνθρωπο πού, χωρίς νά φαίνεται, τούς σκέπαζε μέ τήν προσευχή του.

 

.....................

 

Μετά ἀπό κάμποσο καιρό, ἕνα βράδυ τό τηλέφωνο τοῦ π. Ἀδριανοῦ χτύπησε.

-Ὁρίστε. Παρακαλῶ, ποιός εἶναι;

-Γέροντα, εὐλογεῖτε. Εἴμαστε ὁ Δημήτρης καί ἡ Ἑλένη, πιστεύω πώς ἀκοῦτε τόν Κωστάκη πού φωνάζει...

-Ναί παιδιά μου, τί γίνεστε; Σήμερα συνεχῶς σᾶς εἶχα στό νοῦ μου. Ὅλα καλά;

-Πάτερ Ἀδριανέ, μεγάλη εὐλογία, κι ἄλλα εὐχάριστα νέα.

-Τί συμβαίνει Δημήτρη; Τί ἔχουμε;

-Πάτερ μου, τώρα ἐπιστρέψαμε ἀπό τόν κουμπάρο μας, τόν γιατρό τό Νίκα. Ἡ Ἑλένη εἶναι ἔγκυος καί μᾶλλον τώρα ἔρχονται δίδυμα...

 

 

Ἀργά τό βράδυ ὁ π. Ἀδριανός γονατιστός, κάτω ἀπ' τό καντηλάκι καί μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, δεόταν καί εὐχαριστοῦσε γιά ὅλες τίς ψυχές πού ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τοῦ ἔφερε γιά νά διακονήσει.

Μέ δάκρυα στά μάτια καί μέσα στήν ἡσυχία τῆς νύχτας, ἱκέτευε γιά ὅλο τόν κόσμο καί παρακαλοῦσε.

«Τήν πάσαν ἐλπίδαν μου εἰς σέ ἀνατίθημι,

Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον ἡμᾶς ὑπό τήν σκέπην Σου»......