01
ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ - ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ
«Εστί μεν ουν η Γεωργία μήτηρ πασών των επιστημών και των τεχνών» Σωκράτης.
Προετοιμασίες: Για το σπαρμό (σπορά). Το φθινόπωρο ετοιμάζουν τα εργαλεία:
Το ξυλάλετρο με ουρά (χειρολαβή) γνωστό από τον Ησίοδο ακόμα (8ο π.Χ. αιώνα), τα παράβολα (2 σφήνες ξύλινες), το σιδερένιο γυνί και το κεφαλάρι όπου μπαίνει το γυνί.
Τον ξύλινο ζυγό, 4 ξύλινες ζεύλες γερές, που τις περνούν στις τρύπες του ζυγού και στο λαιμό των βοδιών, όπου τις δένουν γερά.
Τα λουριά (κυκλικά σίδερα, με το καρφί και το σταύρωμα) που ενώνουν τ' αλέτρι με το ζυγό.
Τ' αξιάλι (βουκέντρα, μεγάλο δεκανίκι κρανίσιο) πόχει στην μια άκρη καρφάκι για να κεντρίζει τα ζώα που δε βαδίζουν (είναι τεμπέλικα) και στην άλλη ένα σαν μαχαιράκι μεταλλικό για να καθαρίζει το κεφαλάρι, όταν γεμίζει χώματα, που το εμποδίζουν να προχωράει.
Τη σβάρνα (μεγάλη ξύλινη χτένα, βολοκόπος) που σέρνεται από ζώο στο τέλος της σποράς, για να ισοπεδώσει το χωράφι και να φυτρώσει πιο γρήγορα.
Το σκεπάρνι, το τσεκούρι, το τσαπί, τα καρφιά, τ' αρνάρι (λίμα) και την ακονόπετρα για τρόχισμα σκεπαρνιού, τσεκουριού και λελεκιού. Για τον εαυτό τους κάνουν τις λιόπες (τσαρούχια από δέρμα μεγάλων ζώων και γουρουνιών σαν πέδιλα) και ετοιμάζουν και τα παλιά τους ρούχα (της δουλειάς).
Καλλιέργεια: Με τα πρωτοβρόχια απ' τον Οκτώβριο, αρχίζουν τη σπορά.
«Ακόμα γλυκοχάραμα με τον αυγερινό, ολόφωτος που λάμπει εκεί ψηλά στον ουρανό ξυπνάει μ' ελπίδες, με χαρά να πάει στη δουλειά φιλόπονος, εργατικός ο γεωργός..» Ξεν. Αστεριάδης.
Σηκώνονται πρωί πρωί χαρούμενοι, ετοιμάζουν τον καρπό (σπόρο), τον ανακατεύουν με γαλαζόπετρα (θειικός χαλκός) ή ασβέστη ή στάχτη για να μη σκουληκιάσει και βγάλει δαυλό (αγριόχορτο με μαύρο σπόρο), συνήθως με την πανσέληνο για να μη χαθεί και δε φυτρώσει και τον βάζουν στο δισάκι.
Στον τρουβά (ταγάρι) βάζουν το καρβέλι (ψωμί), την απαραίτητη πίτα απο κολοκύθα ή πράσα ή λάπατα ή τσουκνίδια, τυρί, ελιές, κρεμμύ,δια, σκόρδο και το παγούρι ή τη μπούκλα (βουτσέλα, ξύλινο δοχείο για νερό) και τη φασουλάδα σε κακαβούλι, εμαγιέ ή αλουμινένιο, καλά σφραγισμένο για να μη χυθεί. Βάζουν επίσης το τυρί και τις ελιές στο κλειδοπίνακο (ξύλινο δοχείο, που κλείνει καλά με βιδωτό καπάκι). Αν είναι καλοκαίρι παίρνουν μαζι τους στο χωράφι και σκορδάμ! (σκορδαλιά) και αρκετά φρούτα, κορομηλα, δαμάσκηνα, αγριόγκορτσα και αγριόμηλα.
Όλα αυτά και τα παραπάνω εργαλεία, τα φορτώνουν σε ζώο, βγάζουν και τα δυο τους βόδια απ' το κατώι, γυρίζουν προς τον ήλιο, κάνουν τον σταυρό τους 3 φορές, μια γυναίκα ή κορίτσι χύνει μπροστά τους μια κανάτα νερό για ναχουν καλή σοδειά (στάρια) και ξεκινούν στη δουλειά με χαρές και τραγούδια. Η πρώτη μέρα, που θ' αρχίσουν τη δουλειά είναι η Δευτέρα κι όχι η Τρίτη.
Φτάνουν στο χωράφι, ξεφορτώνουν το ζώο, καθαρίζουν τις πέτρες, τις πολύ μεγάλες τις μαζεύουν γκριμάδες (σωρούς) και τις άλλες τις πετάνε. Ύστερα ζεύουν τα βόδια, σταυροκοπιούνται κι εύχονται: «Καλά μπιρικέτια (σοδειά)» κι αρχίζουν τη δουλειά.
Ο άντρας χωρίζει το χωράφι σε σποριές (λωρίδες), αφήνει τα βόδια, κρεμάει στον αριστερό του ώμο το δισάκι με το σπόρο και μ'ε το δεξί του χέρι παίρνει το σπόρο και σπέρνει στα πεταχτά τις σποριές.
Αφήνει το δισάκι, παίρνει τα βόδια, τα ζεύει κι αρχίζει τη σπορά, φωνάζοντας ονομαστικά τα βόδια. Ω κόκκινη, ω καρά κτλ., πάνω ή κάτω ή ίσια ανάλογα. Η γυναίκα από κοντά του με το τσαπί βολοκοπάει (λιανίζει τους σβόλους), για να φυτρώσει γρήγορα το χωράφι.
Το μεσημέρι ξεζεύουν τα βόδια, τα δίνουν χόρτο, κι αυτοί τρώνε σταυροπόδι και ξεκουράζονται μια ίος δυο ώρες. Όταν κρυώνουν ανάβουν φωτιά με το τσακμάκι (ατσαλένιο, πριόβολο), στουρνάρι (γρανιτόπετρα), ίσκνα (αγαρικό) και δαδί, που δε λείπουν ποτέ απ' την τσέπη τους.
Το βράδυ σταυροκοπιούνται πάλι, ξεζεύουν τα βόδια, φορτώνουν το ζώο με ξύλα και γυρίζουν στο σπίτι. Κάποτε φορτώνονταν και οι γυναίκες με ξύλα.
Πρόληψη: Την πρώτη μέρα της σποράς δε δανείζουν τίποτε, γιατί φοβούνται μήπως φύγει η σοδειά απ" αυτούς και τα πουλιά φάνε το σπόρο.
Στο τέλος της σποράς του χωραφιού, κάνει αραιές αυλακιές για να μη πλημμυρίσει απ' τα νερά της βροχής και η γυναίκα τις καθαρίζει με το τσαπί απ' τους σβόλους και τις πέτρες.
Όταν τελειώσει πια όλη η σπορά, πετούν τα τσαπιά ψηλά και λένε: «Του χρούνου άλλου τόσου να γένει», το σιτάρι ή ό,τι άλλο έχουν σπείρει.
Τα πρώιμα (ζλίτσα = λ. σλ. κοκκινόσταρο, την κουτρουλιά = ασπρόσταρο και τη βρίζα), τα σπέρνουν το φθινόπωρο, τα δε όψιμα (διμήνι ή τριμήνι = είδος σταριού, που ωριμάζει σε 2 ή 3 μήνες) και το καλαμπόκι καθώς κι αυτά που προορίζονται για τα ζώα, κριθάρι, ρόβι, ταή (βρώμη), την άνοιξη. Στα όψιμα προηγείται το όργωμα, στα πρώιμα όχι, γιατί το χωράφι είναι έτοιμο ήδη απ' την καλλιέργεια των τελευταίων.
Γίνεται και αλλαξοσπορά, δηλ. το ίδιο χωράφι καλλιεργείται ένα χρόνο με πρώιμα και ένα με όψιμα, για νάχει καλύτερη απόδοση.
Το καλαμπόκι το σπέρνουν στα χαμηλώματα και όχι στα ψηλώματα γιατί δεν ωριμάζει.

