17
Απρίλ'ς (Απρίλης - Απρίλιος)
Είναι ο μήνας των λουλουδιών. Όλα τα δέντρα ανθίζουν.
Πρωταπριλιά (Η πρώτη του Απρίλη)
Την ημέρα αυτή, για να γελάσουν κάποιον ή κάποια, πρωί πρωί λένε ψέματα π.χ. να κάνει διάφορες δουλειές ή σε ζητάει ο τάδε κτλ. Είναι πανελλήνιο έθιμο, που προήλθε απ' τη Γαλλία, που για πρώτη φορά έγινε το 1600. Κι όλες αυτές οι ψευδολογίες γίνονται απλά για χιούμορ και αστεία, χωρίς παρεξηγήσεις. Απρίλης λεν' οριστικά πως μπαίν' του καλουκαίρι, αλλά μπουρεί πρωταπριλιά νά 'ναι κι αυτό, ποιος ξέρει;
Το μήνα αυτό γιορτάζονται συνήθως οι πασχαλινές γιορτές.
Τ' Αϊλάζαρου (Του Αγίου Λαζάρου — Η ανάσταση του Λαζάρου)
Ο Λάζαρος ήταν όπως ξέρουμε, στενός φίλος του Χριστού κι αδερφός της Μάρθας και Μαρίας και η μνήμη του γιορτάζεται την παραμονή της Κυριακής των Βαΐων. Όλα τα σχολικά αγόρια, πριν από πολλές μέρες, βρίσκονται στο πόδι, για το μεγάλο θάμα του Χριστού, που ανέστησε το φίλο του Λάζαρο:
Ετοιμάζουν τη χελιδόνα (πευκίσιο ομοίωμα χελιδονιού), καμωμένο απ' τους ίδιους, που συμβολίζει τον ερχομό της μυροβόλας άνοιξης. Είναι βαμμένο με κόκκινο χρώμα και περασμένο σε ίσια βέργα ιτιάς, ξεφλουδια-σμένης και βαμμένης φιδωτά, με το ίδιο χρώμα. Συμβολϊζει το αίμα που έχυσε ο Χριστός, όταν σταυρώθηκε. Τη στολίζουν με λογιών λογιών ρουμπίνια (χάντρες) μικρά και μεγάλα, με πινέζες (ψεύτικα φλουριά) και με φέξεις (πούλιες μικρές και στρογγυλές μεταλλικές και λεπτές με τρύπα στη μέση). Στο πάνω μέρος της βέργας καρφώνουν οριζόντια ένα λεπτό σανίδι μήκους 30 πόντων και πλάτους 2, με τέτοιο τρόπο, ώστε να περιστρέφεται. Βάζουν και δυο κομμάτια από μισή κόλλα αναφοράς χοντρή, ημικυκλικά κομμένα και κολλημένα στο σανίδι, βαμμένα με το δείχτη του χεριού, βούλες - βούλες (μικροί κύκλοι) με κόκκινο πάλι χρώμα. Την παραμονή ο δάσκαλος τους χωρίζει σε 1-2 ομάδες, ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών, ορίζουν τον ταμία και έναν για το καλάθι, που θα μαζεύει τ' αυγά και κάνουν δοκιμές στα Λαζαρικά τραγούδια, που θα πούνε.
Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, συγκεντρώνονται πάλι στο σχολείο. Ο δάσκαλος τους συμβουλεύει για την τάξη που πρέπει να τηρούν στους δρόμους και στα σπίτια και τους λέει από ποιον μαχαλά θ' αρχίσει κάθε ομάδα. Ύστερα επαινεί εκείνους, που στόλισαν καλύτερα τις χελιδόνες.
Τελειώνει η εκκλησία κι αρχίζουν γεμάτα χαρά να γυρίζουν στα σπίτια, τραγουδώντας και κουνώντας ρυθμικά, πάνω και κάτω, τις χελιδόνες, που κρατούν γερά απ' το κάτω άκρο της βέργας. Οι πινέζες ηχούν και το σανίδι με τις κόλλες κινούνται κυκλικά με ταχύτητα. Ένα θέαμα ευχάριστο κι απερίγραπτο, μια εικόνα ωραιότατη!
Τα Βαϊού (Η Κυριακή των Βαΐων)
Ο παπάς μοιράζει κλαδιά βάγιας (δάφνης) στους εκκλησιαζόμενους, που τα βάζουν στο εικόνισμα του σπιτιού, για λιβάνισμα και ξόρκι (μαγικά λόγια), γι' ανάμνηση των βαΐων, που έστρωναν στον Χριστό την ημέρα αυτή, όταν έμπαινε θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα. Τη βάγια προμηθεύονται απ' την Κόνιτσα.
Τα παιδιά λένε απλά και ρυθμικά, όχι τραγουδιστά και χωρίς καμιά άλλη εκδήλωση: Βάια-Βάια τα Βαϊού πότι νάρθ' η Πασκαλιά μι τα κόκκινα τ' αυγά μι τα ψάρια στουν ταβά. Γιατί την ημέρα αυτή των Βαΐων, τρώνε ψάρια ή μπακαλιάρο ξηρό, τηγανητά. Ισχύει και δω, ό,τι και για τις 25 Μάρτη, ότι δηλ. όποιος δεν μπορούσε να αγοράσει ψάρι, έπρεπε να περνούσε στο στόμα του ένα κόκκα-λο ψαριού, για καλό.
Το βράδυ στην εκκλησία, όταν αρχίζουν οι ψάλτες το: «Ιδού ο νυμφίος έρχεται...», σβήνουν τα φώτα για λίγο, ώσπου να στήσουν στη μέση της εκκλησίας τον σταυρωμένο Χριστό, για προσκύνημα. Απ' το βράδυ αυτό ως το: «Χριστός Ανέστη», όταν σβήνουν τα φώτα, όλες οι εικόνες είναι σκεπασμένες με μαύρο πανί λόγω πένθους,' γιατί αρχίζουν τ' Άγια Πάθη του Χριστού, το Θείο Δράμα.
Η Μεγαλοβδόμαδα (Η Μεγάλη Εβδομάδα)
Λέγεται έτσι γιατί γιορτάζουμε τα Πάθη του Χριστού, τον μαρτυρικό και σταυρικό Του θάνατο. Τηρείται γενικό πένθος, απαγορεύονται τα τραγούδια, η μουσική και τα γλέντια. Για τη Μεγάλη Εβδομάδα λένε:
Μεγάλη Δευτέρα ο Χριστός στη μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη ο Χριστής εκρύφτη
Μεγάλη Τετάρτη ο Χριστός εχάθη
Μεγάλη Πέμπτη ο Χριστός ευρέθη
Μεγάλη Παρασκευή ο Χριστός εσταυρώθη
Μέγα Σάββατο ο Χριστός ετάφη
Κυριακή του Πάσχα ο Χριστός ανεστήθη.
Τη Μεγάλη Δευτέρα αρχίζουν την αγορά των Πασχαλινών ψώνιων: Λαμπάδες: Για το Χριστό, για τον Άγιο κάθε εκκλησίας, για τους πεθαμένους και από μια για τους παρόντες σπιτικούς. Των Αγίων τις πηγαίνουν, όταν γιορτάζουν οι εκκλησίες, εκτός του Αϊθανάση, που την πηγαίνουν την τρίτη μέρα του Πάσχα, όπου εκκλησιάζονται. Τις ανάβουν μπροστά στον κάθε Άγιο. Αγοράζουν και τρόφιμα (κρέας κτλ.), μπακάμι (ξύλο φυτού, που βγάζει κόκκινο χρώμα,ίσως απ' τα νησιά Μπαχάμες των Αντιλών της Κεντρικής Αμερικής).
Τις Κυριακές και όλες τις άλλες γιορτές του χρόνου, τρώνε μετά τον εκκλησιασμό, για να πάρουν αντίδωρο καθαροί.
Τη Μεγάλη Τρίτη γίνεται εκκλησιασμός και ψάλλεται το τροπάριο της Κασσιανής.
Τη Μεγάλη Τετάρτη οι γυναίκες κάνουν κουλούρια σε σχήμα σταυρού στη μέση και τ' αλείφουν με μέλι επάνω, που τα λέμε Χριστουσκούτι, δηλ. Χριστού σκουτιά (ρούχα) γι' ανάμνηση του γεγονότος, που όταν ξεψυχούσε ο Χριστός, οι γύρω του μοίραζαν τα ρούχα Του. Τα μοιράζουν τη Μεγάλη Πέμπτη σε σταυροδρόμια κατά μαχαλά, για συχώριο των νεκρών.
Τελείται ευχέλαιο στην εκκλησία, για καθαρμό των πιστών και για ετοιμασία εκείνων, που θα μεταλάβουν τη Μ. Πέμπτη. Μερικοί κάνουν και ευχέλαιο στο σπίτι για υγεία, αγάπη και ευτυχία.
Τη Μεγάλη Πέμπτη, που τη λέμε και Κόκκινη Πέμπτη. Πρωί πρωί βάφουν τ' αυγά κόκκινα με μπακάμι, ως εξής: Απ' τη Μ. Δευτέρα βάζουν το μπακάμι σ' ένα δοχείο μπακιρένιο ή χωματένιο, με κρύο νερό, κοντά στη φωτιά, για να μουσκέψει. Βάζουν κι ένα αυγό μέσα και τ' αφήνουν ως τη Μ. Πέμπτη, το βγάζουν και βάζουν τ' άλλα αυγά, στο δοχείο για να βράσουν 10 λεπτά και να βαφούν. Το νερό αυτό το χύνουν στο λάκκο, για να μη πατηθεί. Είναι αμαρτία αν συμβεί κάτι τέτοιο.
Με το πρώτο βαμμένο αυγό, που το μελώνει στη μύτη του η μητέρα, σταυρώνει στο μέτωπο όλους τους σπιτικούς κι εύχεται: «Χρόνια πουλλά». Αυτό γίνεται για προφύλαγμα απ' αρρώστιες. Τ' αυγό αυτό το βάζουν στο εικόνισμα του σπιτιού, το δε παλιό το θάβουν στα χωράφια για να μη πέφτει χαλάζι.
Σε μια δεύτερη φάση του πασχαλιάτικου αυτού εθίμου η οικοδέσποινα κρεμάει στο παράθυρο κόκκινο πανί ή κόκκινο μαλλί, βαμμένο απ' την ίδια, για καλό του σπιτιού. Και δώ το κόκκινο χρώμα συμβολίζει το αίμα που έχυσε ο Χριστός όταν σταυρώθηκε, για τη σωτηρία της ανθρωπότητας.
Κάνουν και τις λειτουργίες για όλες τις Πασχαλινές γιορτές και τις σφραγίζουν με το σημνιτόρου (σφραγιστήρι ξύλινο, στρογγυλό). Παράλληλα, ζυμώνουν και το ρουφτένιο (ρεβιθένιο) άζυμο (χωρίς προζύμι) ψωμί, που είναι αφράτο, μυρωδάτο και νοστιμότατο. Στη μέση της μπουγάτσας (κουλούρας) βάζουν κόκκινο αυγό με κυκλικό ζυμάρι γύρω του και κικιφίκια από ζυμάρι σε σχήμα μικρού καλλιγραφικού ταυ για στολισμό.
Κάνουν και τις πέρδικες, όμορφες σαν τις πέρδικες, ζωγραφισμένα πασχαλινά αυγά, πάνω στα οποία κάνουν με κοντύλι διάφορα σχήματα: σταυρούς, λουλούδια, πουλιά, δέντρα και γράφουν: Χριστός Ανέστη, Χρόνια Πολλά.
Το κοντύλι είναι εργαλείο, που το κάνουν οι γυναίκες από ξύλο (συνήθως από δαδί) μήκους 15 π. και πάχους αδραχτιού. Το κρατούν οριζόντια και τρυπούν κάθετα τη μια άκρη του, όπου περνούν ένα τενεκεδένιο σωληναράκι, που βγάζουν απ' τις άκρες των κορδονιών των παπουτσιών. Πάνω στ' άσπρο αυγό, κρατούν οριζόντια το κοντύλι, βάζουν στο πάνω μέρος του σωληναρακιού ένα κομματάκι αγνό κερί, πλησιάζουν το κάτω άκρο του στη φλόγα του δαδιού πούναι πάνω στο φεγγίτη του τζακιού και μόλις αρχίσει να λιώνει το κερί και να χύνεται απ' το σωληναράκι, το απομακρύνουν αμέσως και αρχίζουν να σχεδιάζουν και να γράφουν πάνω στ' αυγό.
Όταν δε χύνεται πια το κερί, το ξαναβάζουν στη φλόγα να λιώσει. Αυτές τις πέρδικες τις βάφουν, τις βγάζουν και τις καθαρίζουν με πανί, φεύγει το κερί και μένουν άσπρα τα σχέδια και τα γράμματα. Μετά με άλλο πανί λαδωμένο τις σκουπίζουν για να γίνουν γυαλιστερές. Το ίδιο κάνουν και στα κόκκινα αυγά, τα υπόλοιπα, τα μη κεντημένα. Σήμερα όμωςτα βάφουν όχι μόνο με κόκκινο χρώμα, αλλά και λίγα με άλλα χρώματα. Πράσινο, γαλάζιο, κίτρινο.
Άλλες πάλι νοικοκυρές Φουρκιώτισσες τις βάφουν πρώτα τις πέρδικες κόκκινες και μετά τις ζωγραφίζουν με πινελάκι και ελαιόχρωμα. Τώρα τα βάφουν με κόκκινο χρώμα της ώρας (στιγμής) και για να κάνουν τις πέρδικες κολλάνε σ' αυτά χαλκομανίες με θρησκευτικές αναστάσιμες παραστάσεις ή κολλάνε φύλλα λουλουδιών, τα δένουν με κομματάκι κάλτσας νάυλον, τα βάφουν και όταν τα βγάζουν, αφαιρούν το ναύλον και το φύλλο και μένει το σχήμα του φύλλου άσπρο. Αντί για φύλλα, μερικές φορές, βάζουν κομματάκι από τσίτι χρωματιστό που αφήνει τα σχέδια του πάνω στ' αυγό. Τις πέρδικες τις δίνουν στα νιόγαμπρα, στους αρραβωνιασμένους και τις νέες στη Δεύτερη Ανάσταση σε ώρα επίσκεψης. Οι πενθούντες δεν βάφουν αυγά. Στο τέλος της θείας λειτουργίας μεταλαβαίνουν μερικοί, αλλά πρώτα τα μικρά, γιατί δεν αντέχουν και όποιος θέλει κάνει ευχέλαιο στο σπίτι του, όπου ο παπάς κολλάει στο νταβάνι του σπιτιού κέρινο σταυρό.
Το βράδυ, όταν στήνουν τον Σταυρό στη μέση της εκκλησίας σταυροκοπιούνται, κάνουν τρεις μετάνοιες και τον προσκυνούν.
Προλήψεις:
Την ημέρα αυτή, ράβουν κάτι, έστω και ένα κουμπί για υγεία. Βάζουν χαϊμαλιά για φυλαχτό. Δεν πλένουν και δεν απλώνουν άσπρα ρούχα ή πανιά για να μη ρίξει χαλάζι. Μεγάλη Παρασκευή: "Ολοι μας πενθούμε και μαυροφορούμε. Το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, χτυπάει η καμπάνα πένθιμα και αδιάκοπα ως το βράδυ, για ν' αναγγείλει το ξάπλωμα του Επιταφίου για προσκύνηση. Αυτό γίνεται αφού πρώτα αποκαθηλώσουν απ' το Σταυρό το Χριστό.
Τα σχολειόπαιδα (αγόρια και κορίτσια) μαζεύουν μάραντα, πασχαλού-δες, πανσέδες, ίτσια, αγριολούλουδα με μεθυστική μυρωδιά απ' τ' απέραντα Λιβάδια και το Μερά, για να στολίσουν τον Επιτάφιο. Αυτό γίνεται από λατρεία και σεβασμό.
Δεν τα μυρίζουν και δεν τα βάζουν μέσα στο σπίτι, για νάναι καθαρά. Τα βάζουν μόνο πάνω απ' την εξώπορτα, ώσπου να ξεκινήσουν για την εκκλησία και ν* αρχίσει το παραδοσιακό στόλισμα.
Ολη την ημέρα δεν κάνουν καμιά δουλειά, ούτε και μαγειρεύουν. Τρώνε νερόβραστα φασόλια που τα βράζουν τη Μ. Πέμπτη, χαλβά, ελιές και πιπερίτσα (πιπέρι κόκκινο ανακατωμένο με αλάτι και δυόσμο ή ρίγανη) βουτώντας το ψωμί σ' αυτήν. Μερικοί μάλιστα άντρες και γυναίκες δεν βάζουν τίποτα στο στόμα, ώσπου να ταφεί ο Χριστός και να τον προσκυνήσουν.
Ηλικιωμένες γυναίκες μένουν συνέχεια κοντά στον ξαπλωμένο Χριστό ως την ταφή Του. Μερικά κορίτσια ντύνονται μυροφόρες και κάθονται γύρω στον Επιτάφιο. Δεύτερη Ανάσταση (Η Δευτέρα Ανάσταση ή η Ακολουθία της Αγάπης ή Εσπερινός της Αγάπης ή Αγάπη ή Τελετή του Εσπερινού). Την ίδια μέρα τ' απόγευμα η ώρα 2 χτυπάει πάλι η καμπάνα για εκκλησιασμό. Ντύνονται τα καλύτερα γιορτινά τους ρούχα και εκκλησιάζονται. Γυναίκες και κορίτσια φορούν την αρχαία, ντόπια γραφική φορεσιά. Στο Ιερό οι παπάδες, αλληλοασπάζονται, γίνεται δηλ. ο χαιρετισμός της αγάπης.
Ύστερα από λίγο βγαίνουν όλοι στο προαύλιο, ψάλλεται το Χριστός Ανέστη, ασπάζονται την εικόνα της ανάστασης που κρατάει ο παπάς και φιλούν το χέρι του με τις ίδιες ευχές και μπαίνουν στην εκκλησία. Μετά τη θεία λειτουργία γίνεται και το αλληλοφίλημα αγάπης μεταξύ όλων των κατοίκων, αφού καθήσουν στη σειρά οι γεροντότεροι πρώτα και αλληλοεύχονται με χειραψίες Χριστός Ανέστη — Αληθώς Ανέστη. Τα μίση σβήνουν, εφαρμόζουν δηλ. το «Αγαπάτε αλλήλους» που το διακήρυξε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Ακολουθεί ο τρανός, γενικός, κυκλικός, διπλός χορός και πολλές φορές τετραπλός, κατά ηλικία και φύλο, αντρών, γυναικών, αγοριών και κοριτσιών. Το θέαμα είναι μεγαλοπρεπέστατο. Καθένας που χορεύει μπροστά, χορεύει με τη γυναίκα του ή την αρραβωνιαστικιά ή άλλο συγγενικό του πρόσωπο.
Τ' Αϊθουμά (του Αγίου Θωμά — Η Κυριακή του Θωμά)
Είναι η πρώτη Κυριακή μετά την Κυριακή του Πάσχα, γι' αυτό λέγεται και Αντίπασχα. Γίνεται εκκλησιασμός και επισκέψεις στους γιορτάζοντες.
Όποιος πήγαινε στους Αγίους Τόπους (Ιεροσόλυμα) τις μεγάλες και άγιες μέρες των Παθών και της Ανάστασης του Σωτήρα μας, σαν προσκυνητής, λέγονταν Χατζής (απ' την τουρκική λέξη Χατζλίκι Ιεροσόλυμα, άλλοι την εξηγούν προσκυνητής). Άλλαζε το επίθετο του. Χατζής είναι τιμητικός τίτλος προσκυνητή των Αγίων τόπων και προστίθεται μπροστά στο όνομα (Χατζής + Γεώργιος = Χατζηγεώργιος) ή και ως επίθετο (Γεώργιος Χατζής). Τέτοιο επίθετο υπάρχει στο χωριό μας, καθώς και τοποθεσία «Λιβάδι Χατζή». Όταν ο προσκυνητής επέστρεφε την Κυριακή του Θωμά, έφερνε μαζί του σε φαναράκι το άσβεστο ' Αγιο Φως απ' τον τάφο του Ιησού.
Οι κάτοικοι τον υποδέχονταν με μεγάλη ευλάβεια στον Αϊθανάση κρατώντας λαμπάδες σβησμένες. Προπορεύονταν οι παπάδες, λαμπροφορε-μένοι και τρία παιδάκια που φορούσαν εκκλησιαστικές στολές και κρατούσαν τα εξαπτέρυγα.
Άλλα κρατούσαν το λάβαρο και τους φανούς (φανάρια) της εκκλησίας. Όλοι έπαιρναν τ' Άγιο Φως (άναβαν τις λαμπάδες) και έφταναν στην κεντρική εκκλησία, όπου γίνονταν κατανυκτική και μεγαλοπρεπής λειτουργία.
Τ' Αϊγιωργού (Του Αγίου Γεωργίου)
Όταν συμπέσει η γιορτή του, προ του Πάσχα, μετατίθεται και γιορτάζεται τη Δευτέρα μέρα του Πάσχα, γιατί δεν επιτρέπεται κατάλυση κρέατος και εκδήλωση χαράς και γλεντιού με ψητά. Το απαγορεύει η Εκκλησία μας. Ο ' Αγιος αυτός είναι σύμβολο ανδρείας, γι' αυτό τον παρουσιάζουν καβαλάρη, σκοτώνοντας με το δόρυ του το δράκοντα. Ως το 1976 ο εκκλησιασμός γίνονταν στην κεντρική εκκλησία. Απ' το 1977 όμως, στο ομώνυμο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου.
Μετά τον εκκλησιασμό γίνονταν τα κοντράτα (συμφωνητικά για ρόγιασμα) απ' τους κατοίκους με τους τζιομπαναραίους, για ένα εξάμηνο, απ' τον Αϊγιώργη ως τον Αϊδημήτρη, για τα γελάδια και τα γιδοπρόβατα. Παλιότερα γίνονταν το ίδιο, ακόμα και για τους παπάδες, τους δασκάλους και τους αγροφύλακες. Μετά άρχιζαν με τα όργανα τις επισκέψεις στους γιορτάζοντες. Τ' απόγευμα έβγαιναν, παλιότερα, στα μυρωμένα λειβάδια μας, όπου χόρευαν, πάλι με τα όργανα ως αργά το βράδυ. Εκεί οι συγγενείς έδιναν τις πέρδικες στις αρραβωνιασμένες.
Είναι και γιορτή των κτηνοτρόφων (τσελιγκάδων και τζιομπαναραίων) μια και ο άγιος αυτός είναι προστάτης τους. Την ημέρα αυτή ψένουν και γλεντάνε και την άλλη μέρα φεύγουν απ' τους κάμπους (χειμαδιά) κι ανεβαίνουν στα ψηλά βουνά για να ξεκαλοκαιριάσουν τα κοπάδια τους και να τυροκομήσουν. Στολίζουν μάλιστα το βιο τους με κουδούνια και κυπριά. Το ίδιο κάνουν και το φθινόπωρο, όταν ξεκινούν για τα χειμαδιά. Ο Άγιος Γεώργιος είναι και προστάτης του Πεζικού και των Προσκόπων.

