17
Δεκέμβρης (Δεκέμβριος)
Λέγεται και Αντριάς, γιατί συνδέεται χρονικά με τη γιορτή του Αγίου Ανδρέα. Το κρύο αντριώνει και οι μέρες αντριώνουν (μεγαλώνουν).
Τς' Αϊβαρβάρας (Της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας):
Θεωρείται προστάτισσα των παιδιών, γιατί θεραπεύει την ευλογιά. Βράζουν σιτάρι μισοαλεσμένο σε χερόμυλο και μοιράζουν για την υγεία των παιδιών. Βράζουν και φακές για υγεία όλων των σπιτικών. Κάνουν και λαγγίτες στη γάστρα (σάτσι): Βάζουν τη γάστρα πάνω στην πυροστιά και σε λίγη φωτιά και ζεσταίνεται. Μόλις ζεσταθεί, αλείφουν με πανί βουτηγμένο σε λάδι, ένα μέρος της, όπου ρίχνουν με κουτάλα ζυμάρι αραιό και χωρίς αλάτι και τ' απλώνουν μ' αδράχτι για να λεπτύνει. Όταν ψηθεί απ' το ένα μέρος, το γυρίζουν κι απ' τ' άλλο. Ψήνεται κι αυτό και τη βγάζουν με την ξύστρα με την οποία ξύνουν το ζυμάρι απ' το σκαφίδι. ' Ετσι κάνουν πολλές λαγγίτες, αλλά, για να μη κολλήσουν, αλείφουν πάλι τη γάστρα με λάδι.
Μόλις τελειώσουν, βράζουν στο τηγάνι νερό, λάδι (αν είναι νηστεία) και βούτυρο (αν όχι). Τις αλατίζουν, τις ρίχνουν μια μιά στο τηγάνι για να μαλακώσουν και τις βγάζουν με τρύπια κουτάλα για να στραγγίσουν. Τις βάζουν σε ταψί, όπου τις βρέχουν με λαδόνερο, τις πασπαλίζουν με στουμπισμένα καρύδια, τις αλείφουν με μέλι ή ρίχνουν ζάχαρη και τις τρώνε με μεγάλη όρεξη, γιατί είναι νοστιμότατες.
Συμβολίζουν τα σπάργανα του Χριστού, γι' αυτό γίνονται μεγάλες και στενόμακρες σαν τα σπάργανα;
Λένε ότι, τις τρώνε γι' ανάμνηση του γεγονότος, ότι τέτοιες έτρωγε και η Αγία Βαρβάρα, απ' την ημέρα, που ο σκληρόκαρδος, άσπλαχνος και φανατικός ειδωλολάτρης πατέρας της Διόσκουρος έβγαλε τα δόντια της επειδή προσκυνούσε το Χριστιανισμό και τέλος την αποκεφάλισε, αλλά και ο Ιδιος έπεσε νεκρός την ίδια στιγμή. ' Ηταν μοναχοκόρη, όμορφη, σεμνή και έξυπνη.
Την ημέρα αυτή πανηγυρίζει το πυροβολικό, γιατί τη θεωρεί προστάτιδά του.
Τ' Λϊνικόλα (Του Αγίου Νικολάου):
Είναι ο πολιούχος (προστάτης), ο άγιος του χωριού, γι' αυτό από ευλάβεια και τιμή η κεντρική εκκλησία φέρει το όνομα του. Εικονίζεται στην εκκλησία σεβάσμιος γέροντας με γένεια. Λόγω του χειμώνα και της απουσίας πολλών ξενιτεμένων μας, δεν γίνεται καμιά αξιόλογη εκδήλωση, πλην της αργίας του γενικού εκκλησιασμού και των επισκέψεων στους γιορτάζοντες.
Οι γιορτάζοντες σηκώνουν ύψωμα, μοιράζουν σιτάρι και κάνουν πέντε άρτους (αρτοκλασία). Πιστεύουν ότι, όποιος δουλεύει αυτές τις τρεις μέρες, πεθαίνει.
Τ' Αϊσπυρίδουνα (του Αγίου Σπυρίδωνα):
Θεραπεύει τα σπυριά και τον πόνο των αυτιών, γι' αυτό δε δουλεύουν και δε ράβουν, γιατί «βγάζουν το κακό σπυρί (άνθρακα)». Λένε: «Τουν Αϊσπυρίδουνα η μέρα μιγαλών ένα σπυρί». () Αγιος αυτός τιμάται κατ' εξοχήν στην Κέρκυρα, όπου υπάρχει και Ομώνυμη εκκλησία και το σκήνωμα του (λείψανα).
Χοιμοσφαγή.
Απ' την άνοιξη τρέφουν όλοι από ένα γουρούνι και προτιμούν αρσενικό, γιατί το θηλυκό βουρίζει (θέλει συνουσία) κι έτσι αδυνατίζει και χάνει κρέας. Τα μικρά αρσενικά τα καθαρίζουν (αφαιρούν τους όρχεις) για να παχύνουν. Τα ταΐζουν με πίτυρα, χόρτα και με αλεύρι καλαμποκίσιο και τα κλείνουν στο κουμάσι, στην άκρη του χωριού.
Το σφάξιμο αρχίζει απ' την ημέρα του Αγίου Σπυρίδωνα και τελειώνει την παραμονή των Χριστουγέννων.
Απ' την προηγούμενη μέρα αρχίζουν οι προετοιμασίες: Τροχάνε τα μαχαίρια, ετοιμάζουν τα πράσα για την πρασόπιτα, τα φασόλια, τα δοχεία για τη λίγδα (στάμνες χωματένιες ή τενεκέδες), τα γανωμένα αγγεία (καζάνια, κακαβιά, ταψιά, σινιά, τηγάνια, κατσαρόλες) τα τραπέζια και τις γερές ίσιες ξύλινες σούβλες, μια για να κρεμάσουν τα λουκάνικα , μια για τις μπάμπες και την αγόρου και μια για το κρέας. Ειδοποιούν συγγενικές και γειτονικές γυναίκες και τους ειδικούς σφαγείς, 2-3, για να ετοιμάσουν κι αυτοί τα ειδικά μαχαίρια τους, την κάμα (δίκοπο μυτερό μαχαίρι, για το σφάξιμο) και άλλα μαχαίρια και σουγιάδες φαρδιά με κοιλιά, όπως τα λέμε, για το γδάρσιμο και το χαντζάρι (μεγάλο και βαρύ για κομμάτιασμα).
Μόλις κόψουν το κεφάλι, η σπιτονοικοκυρά το θυμιατίζει, για να φύγουν οι διάβολοι. Το κεφάλι και τα πόδια τα ζεματίζουν για να βγουν οι τρίχες, κι έτσι γίνονται κοιλίτσα, όπως τη λέμε. Αν το γουρούνι είναι μικρό το κάνουν όλο κοιλίτσα, γιατί είναι λεπτό το δέρμα του και δε γδέρνεται, διότι κόβεται εύκολα.
Μετά το γδάρσιμο αρχίζουν το κομμάτιασμα. Αφαιρούν πρώτα τον παστό (εξωτερικό λίπος), το κομματιάζουν και το ρίχνουν στο καζάνι, όπου λιώνει και γίνεται λίγδα. Τ' απομεινάρια είναι οι νοστιμότατες τσιγαρίδες (κομματάκια κρέατος και λίπους). Τη λίγδα τη βάζουν σε δοχείο και τη χρησιμοποιούν όλη τη χρονιά, στη μαγειρική κυρίως, για πίτες σιταρίσιες και καλαμποκίσιες και για κατσιαμάκι (μαμαλίγκα). Μετά λιανίζουν χωριστά τα ψαχνά και χωριστά τα κόκαλα πάνω σε χοντρό ειδικό κρεατοσάνιδο με λαβή, που λέγεται και κεφτεντές, γιατί σ' αυτό λιανίζουν και το κρέας για κεφτέδες με το σκεπάρι.
Βάζουν πλούσιο τραπέζι (γουρνοχαρά) και τρώνε με μεγάλη όρεξη τα νοστιμότατα φαγητά: πρασόπιτα, τηγανιά χοιρινή, φασουλάδα, τυρί και πίνουν και κρασί. ' Οσοι νηστεύουν τρώνε μόνο λαδερή φασουλάδα κι ελιές. Στο τέλος λένε την ευχή: «Να του ξουδέψτι μι υγεία» και φεύγουν οι σφαγείς.
Οι γυναίκες που μένουν αφού πλύνουν καλά τα έντερα με χλιαρό νερό και λιανίσουν με τα μαχαίρια το κρέας πάνω σε τραπέζι, ρίχνουν και μυρωδικά (μαυροπίπερο, δυόσμο), λιανισμένο πράσο κι αλάτι, τ' ανακατώνουν, τα ζεσταίνουν στο καζάνι, κι αρχίζουν να κάνουν τα λουκάνικα με τα λεπτά έντερα που μ' ένα στενό χωνάκι τα γεμίζουν με το μίγμα του καζανιού. Μόλις τελειώσουν τα δένουν θηλιές σε σουβλί μετ' αρπηδόνια (κομματάκια κλωστών στημονιού, που μένουν στο τέλος της ύφανσης στον αργαλειό) και τα κρεμούν στο νταβάνι για να ξεραθούν.
Μετά λιανίζουν τη σκωταριά (συκώτι και πλεμόνια) και λίγο κρέας, ρίχνουν και τα μυρωδικά, που αναφέραμε πιο πάνω, τ' ανακατώνουν, τα ζεσταίνουν κι αρχίζουν να κάνουν τις μπάμπες με τα παχιά έντερα και μ' ένα φαρδύ χωνάκι τα γεμίζουν με το μίγμα του καζανιού. Κι ακολουθεί η ίδια διαδικασία όπως και στα λουκάνικα. Στο τέλος γεμίζουν την αγόρου (το πιο παχύ έντερο, μήκους 30 πόντους περίπου), τη γεμίζουν κι αυτή με το ίδιο μίγμα, που γεμίζουν τις μπάμπες, αλλά προσθέτουν και λίγο ρύζι.
Το υπόλοιπο κρέας, ένα μπροστινό και ένα πισινό πόδι, τα πλευρά, τα ψαρονέφια (ψαχνά δεξιά κι αριστερά της σπονδυλικής στήλης), τ' αλατίζουν σε ξύλινη σκάφη και μετά 15 μέρες τα κρεμούν σε ξύλινη σούβλα πλάι στα λουκάνικα και τις μπάμπες.
Άλλοι το κάνουν καβρουμά, το καβουρντίζουν με λίγδα και το βάζουν σε δοχεία, όπως και τη λίγδα. Το κεφάλι, τα ποδαράκια (απ' το γόνα και κάτω) και τα κόκαλα τ' αλατίζουν χωριστά. Απ' τα δυο πρώτα κάνουν πατσιά και τα κόκαλα τα μαγειρεύουν με τραχανά ή μπλιγούρι κι έτσι γίνονται νοστιμότατα φαγητά.
Τα λουκάνικα, οι μπάμπες και η αγόρου μόλις αρχίσουν να στεγνώνουν, αρχίζουν και τα τρώνε ψητά στα κάρβουνα ή τηγανητά στο τηγάνι. Τις μπάμπες και την αγόρου τα μαγειρεύουν και με τραχανά ή μπλιγούρι, φαγητό νοστιμότατο. Απ' τα ψαχνά κάνουν τηγανιά και σουβλιμάδα στη σούβλα. Στο τέλος οι γυναίκες πλένουν με αλισίβα (ζεματιστό σταχτόνερο) τ' αγγειά (σκεύη), που αναφέραμε και καθαρίζουν το σπίτι και φεύγουν. Το δέρμα τ' αλατίζουν, το διπλώνουν για ν' αργαστεί, μετά τ' απλώνουν, το τεντώνουν και το καρφώνουν για να ξεραθεί. Ύστερα το κόβουν φασκιές (φαρδιές λωρίδες) και το κάνουν γουρνοτσάρουχα (λιόπες σαν πέδιλα), που τα φορούν οι φτωχοί στη δουλειά τους ή τα χρησιμοποιούν στα σαμάρια. Απ' την πινζίνα (σκέπη, περιτόναιο, λίπος σπλάχνων), άλιωτη και ανάλατη, κρατάνε λίγη ποσότητα για ν' αλείφουν τα σκασμένα χέρια, τα παπούτσια για να μη βάζουν νερό και τα ζώα όταν παθαίνουν από τριχόπτωση.
Παροιμία: «Του γουρούν κουπάνα (φαΐ) γύριψι όχι χρόνια», γιατί ζει για να τρώει και όχι τρώει για να ζει, όπως ο άνθρωπος.
Η χαρά των παιδιών είναι μεγάλη γιατί παίρνουν τη φούσκα (ουροδόχο κύστη) τη φουσκώνουν και την κάνουν μπαλόνι.
Τα Κόλιντα (Τα Κάλαντα παραμονής των Χριστουγέννων):
Παγκόσμιο έθιμο, όχι μόνον Πανελλήνιο. Τα σχολειόπαιδα (αγόρια και κορίτσια) από μέρες αναστατώνονται. Γίνονται παρέες, ετοιμάζουν τα τροβάδια (ταγάρια, μάλλινα ντόπια σακκούλια) για τα κουλούρια, τα κάστανα, τα σύκα, τα καρύδια και σακκουλίτσα για τα λεφτά, που θα μαζέψουν και τις τζιουμπανίκες (δικανίκια, ραβδιά κρανίσια με εξόγκωμα στο κάτω μέρος) για να μη πέφτουν τα κουλούρια και που συμβολίζουν τα ποιμενικά ραβδιά των τζιομπαναραίων που ήταν στη γέννηση του Χριστού. Απ' αυτό λέγονται και τζιουμπανίκες.
Οι γυναίκες ετοιμάζουν απ' την προηγούμενη μέρα, εκτός οι πενθούσες, τα πατροπαράδοτα κουλούρια κτλ. που αναφέραμε.
Τα μεσάνυχτα της παραμονής των Καλάντων τα παιδιά σηκώνονται και φωνάζουν απ' το παράθυρο τους τρεις φορές: «Κόοοολιντα μπαμπού». Δηλ. την προειδοποιούν να ετοιμαστεί. Νικητής βγαίνει όποιος φωνάξει πρώτος, απ' όλα τα παιδιά της γειτονιάς.
Το πρωί, μετά την εκκλησία, γυρίζουν σ' όλα τα σπίτια, εκτός σ' εκείνα που πενθούν. Χτυπούν τις πόρτες με τις τζιουμπανίκες, τραγουδώντας ομαδικά, ρυθμικά και φωναχτά το παρακάτω τραγούδι, με το οποίο αναγγέλουν μελωδικά τη χαρμόσυνη είδηση της γέννησης του Θείου βρέφους:
— Κόλιντα, μέλινα τρεις χιλιάδις πρόβατα πιντακόσια γίδια, δόμ' μπαμπού κλούρα να μην τσακίσου τ' θύρα κι την παράθυρα κι τώρα κι του χρόοοονου. Στο τέλος ζητούν πιο φωναχτά τα παρακάτω: Κουλούρι μπαμπού, πιριστέρι μπαμπού, παράδις μπαμπού, κάστανα μπαμπού, καρύδια μπαμπού, σύκα μπαμπού. Τώρα τραγουδούν το γνωστό, σ' όλους: — Καλήν ημέραν άρχοντες, αν είναι ορισμός σας Χριστού τη θεία γέννηση να πω στ' αρχοντικό σας. Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει οι ουρανοί αγάλλονται χαίρει η φύσις όλη. Εν τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων ο βασιλεύς των ουρανών και ποιητής των όλων πλήθος αγγέλων ψάλλοντες το «Δόξα εν υψίστοις» και τούτο άξιον εστίν η των ποιμένων πίστις. Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι με τα δώρα, άστρον λαμπρόν τους οδηγεί χωρίς να λείψει ώρα. Φθάσαντες εις Ιερουσαλήμ με πόθον ερωτώσι πού εγεννήθη ο Χριστός να παν να τον ιδώσι. Διά Χριστόν ως ήκουσεν ο βασιλεύς Ηρώδης αμέσως εταράχτηκε και έγινε θηριώδης, ότι πολλά φοβήθηκε δια την βασιλείαν, μη του την πάρει ο Χριστός και χάσει την αξίαν..
Οι νοικοκυρές γελαστές βγαίνουν στην πόρτα, κρατώντας την κανέστρα με τα δώρα και τα μοιράζουν: Από ένα κουλούρι μικρό, απλό με τρύπα στη μέση και στα στενά συγγενικά παιδιά από ένα περιστέρι (κουλούρι μεγαλύτερο και χοντρότερο, κεντημένο στο πάνω μέρος με κικιφίκια, όπου βάζουν σύκα, σταφίδες και στραγάλια). Τους δίνουν και όσα ζητάν στο τραγούδι, όποια έχει βέβαια και εύχονται: «Αϊ κι τ' χρόν'». Αυτά απαντούν: «Ηυχαριστούμι κι χρόνια πουλλά». Στα σπίτια των τσελιγκάδων τα κάστανα δεν τα μοιράζουν, αλλά τα σκορπούν στα χιόνια της αυλής· τα δε παιδιά τα μαζεύουν βελάζοντας: Μπιά-μπιά, όπως τα πρόβατα και συμβολίζουν την υγεία και την αύξηση (γονιμότητα) των προβάτων του νοικοκύρη. Δηλ. την άνοιξη να γυρίσουν γερά και πολλά απ' το χειμαδιό.
Στο τέλος ο καθένας μετράει τα κουλούρια και τα λεφτά, τα κάστανα και τα καρύδια με τις χούφτες, και πιο χαρούμενος είναι εκείνος που έμασε τα περισσότερα. Διαλύονται και φεύγουν χαρούμενα στα σπίτια τους με την ευχή: «Άϊ κι τ' χρόν'».
Εκτός όμως απ' τα κουλούρια, ζυμώνουν τα τρία πιτάρια (σταυρόψωμα, κουλούρια με σταυρό ζυμαρίσιο στη μέση). Ένα μεγάλο, που το τρώνε τα Φώτα και δυο μικρά. Το ενα το βάζουν στ' αμπάρι τ' αλευριού για νά 'νοα πάντα γεμάτο. Εκεί τ' αφήνουν ως την άλλη χρονιά,, που βάζουν το καινούργιο αλεύρι, το μουσκεύουν και το δίνουν στα ζώα.
Και ένα για τα ζώα με σχήμα ζυγού πάνω, που συμβολίζει το ζευγάρωμα των βοδιών, που οργώνουν και το τρώνε τα ίδια τα Φώτα, για νά 'ναι γερά. Την ήμερα των καλάντων κάνουν και τις πετουρόπιτες. Βράζουν και τη χράπα (χοιρινά σαγόνια) με τραχανά ή μπλιγούρι. "Αλλοι ξαρμυρίζουν παστουρμά (κρέας βοδιού ή γελάδας που τόχουν αλατίζει στα καδιά το φθινόπωρο) και το μαγειρεύουν. Την ημέρα αυτή τελειώνουν οι χοιροσφαγές. Δεν ακούονται πια οι φωνές των γουρουνιών, που σφάζονται.
Μετά 15 μέρες βράζουν τον πατσά απ' την κιλίτσα (= δέρμα κορμού και κεφαλιού του μικρού γουρουνιού, τα ποδαράκια και τ' αυτιά του), που τα ζεματίζουν πρώτα για να βγουν οι τρίχες. Αν είναι μεγάλο το γουρούνι βάζουν τ' αυτιά και τα πόδια μόνον. Το δέρμα του όπως είπαμε το κάνουν τσαρούχια. Τον πατσιά τον τρώνε παγωμένο (πηχτό) την ημέρα των Φώτων
Οι πεθερές στέλνουν στις αρραβωνιασμένες νύφες, που αρραβωνιάστηκαν τη χρονιά αυτή δώρα: Περιστέρια (μεγάλα κουλούρια κεντημένα), όπως είπαμε, παντόφλες ή κάλτσες και καραμέλες κι εκείνες στέλνουν μαντήλι. Τα ίδια στέλνουν και οι μάνες στα κορίτσια τους, που παντρεύτηκαν αυτή τη χρονιά.
Απ' τα Κόλιντα ως τα Φώτα, κάθε πρωί οι γυναίκες πηγαίνουν και παίρνουν νερό με τις μπούκλες και τα γκιούμια, γιατί λένε πως, αυτό που έμεινε το βράδυ, το κατούρησαν οι καλικάντζαροι. Για να φοβερίσουν μάλιστα τα μικρά παιδιά, όταν κάνουν κακές πράξεις, λένε: «Θα σι φαν οι καρκάντζαλοι». Τα κουλούρια τα ζεσταίνουν στη φωτιά και τα τρώνε με τσιγαρίδες. Νοστιμότατο κι αχόρταγο φαγητό.
Πρόληψη: Δε δουλεύουν, γιατί αυτή την ημέρα κοιλοπονούσε η Παναγία. «Χριστός γεννάται δοξάσατε...» ψάλλει η Εκκλησία μας.
Τα Χριστούϊνα (Χριστούγεννα, η Γέννηση του Χριστού).
Η μεγαλύτερη, χαρμόσυνη γιορτή της χριστιανοσύνης, η γιορτή της αγάπης, της χαράς και της ειρήνης, της Γέννησης του Σωτήρα μας. Η γιορτή, που χώρισε την ιστορία μας σε δυο μέρη: Την προ Χριστού (π.Χ.) και την μετά Χριστόν (μ.Χ). Τριήμερος είναι ο γιορτασμός", όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, χωρίς καμιά παραλλαγή. Την παραμονή ανάβουν την καντήλα, βάζουν κούτσουρα (χοντρά ξύλα) στο τζάκι να καίνε ως το πρωί για να μη σβήσει και κρυώσει η Παναγία, όταν γεννήσει το Χριστό. Τώρα στολίζουν και τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα.
Με τό πρώτο χτύπημα της καμπάνας (η ώρα 2 π.μ. τώρα 12 μεσάνυχτα) η μητέρα πηγαίνει τη λειτουργία στον παπά, γυρίζει, τους ξυπνάει όλους, αλλάζουν με τα γιορτινά τους και πηγαίνουν στην εκκλησία για ν' ακούσουν τους μελωδικούς ύμνους της Γέννησης του Θεανθρώπου. Οι παπάδες λαμπροφορεμένοι κι αυτοί, καθώς και τρία παιδάκια κρατώντας τα εξαπτέρυγα. Μετά τον εκκλησιασμό σηκώνουν το ύψωμα για τους γιορτάζοντες. Στο τέλος αλληλοεύχονται: «Χρόνια πουλλά» με χειραψία
Οι πενθούντες μοιράζουν για τους νεκρούς τους: πίτες, λαγγίτες κ.ά. Όλοι επιστρέφουν στα σπίτια τους, όπου η μητέρα στρώνει το πλούσιο τραπέζι με την πετουρόπιτα, τη χράπα (τα 2 σιαγόνια) με τραχανά, την χοιρινή τηγανιά, τις τσιγαρίδες, τα κουλούρια, το τυρί και το κρασί. Κάθονται όλοι γύρω, κάνουν το σταυρό τους, ψάλλουν το απολυτίκιο της Γέννησης κι αρχίζουν να τρώνε με πολλή όρεξη, γιατί τους τάραξε η νηστεία.

