Φλεβάρης (Φεβρουάριος)

Φλεβάρης (Φεβρουάριος) λέγεται Φλεβάρης, γιατί ανοίγει τις φλέβες της γης πούναι γεμάτη νερό τότε. Τον λένε και κουτσοφλέβαρο γιατί άλλοτε έχει 28 μέρες και άλλοτε 29 κι αυτό, γιατί δανείστηκε 2 μέρες ο Μάρτης μήνας για να τιμωρήσει τη γριά με τα κατσίκια, όπως θα περιγράψουμε αναλυτικά το μύθο αυτό στο μήνα Μάρτη. Όταν έχει 29 μέρες λέγεται δίσεχτο το έτος, κακότυχο. Τον λέμε όμως και σκούρτη (λ. βλαχ. κοντός), γιατί είναι ο κοντότερος μήνας του χρόνου και έχει λίγες μέρες.

Τ' Αϊτρύφουνα (Του Αγίου Τρύφωνα)

Θεωρείται φύλακας, προστάτης των κήπων, αμπελιών, χωραφιών και σπιτιών, γι' αυτό γίνεται απ' τον παπά γενικός αγιασμός για προφύλαξη απ' τα ποντίκια και άλλα ζωύφια. Αγιασμός ψάλλεται και στην εκκλησία.

Αγιασμός γίνεται και κάθε άλλη πρωτομηνιά, αλλά μόνον στα σπίτια. Παλιότερα την ημέρα αυτή δεν έκοβαν τίποτε, ούτε με το ψαλίδι, αλλ' ούτε και με το μαχαίρι· και το ψωμί ακόμα το έκοβαν από βραδίς, την προηγούμενη μέρα, για να μη κόψουν (κάνουν ζημιά) τα ποντίκια στα σπαρτά και το ρουχισμό του σπιτιού και να μη τρυπάν τ' αμπάρια.

Παράδοση (Διήγηση): Κάποιος αυτή την ημέρα κλάδευε τ' αμπέλι του και παρουσιάστηκε ο Αϊτρύφωνας και τον ρώτησε, γιατί κλαδεύεις; είναι γιορτή σήμερα. Αυτός δεν απάντησε. Τότε ο Αϊτρύφωνας του είπε: Δεν κλαδεύουν έτσι με πλάγια το δρεπάνι, αλλά όρθια και μπροστά στο πρόσωπο, από πάνω προς τα κάτω. Δοκίμασε ο κλαδευτής έτσι και έκοψε τη μύτη του. Από τότε, δε δούλευε αυτή την ημέρα.

Τ'ς Παπαντής (Της Υπαπαντής του Χριστού)

Πιστεύουν ότι, ό,τι καιρός θάναι αυτή την ημέρα (καλοκαιρία ή όχι), ο ίδιος θάναι για 40 μέρες. Λένε: «Παπαντή - Παπαντή μαζών' τς γιουρτές μι τ' αντί», γιατί δεν υπάρχει άλλη μεγάλη γιορτή ως τις απόκριες. Την ημέρα αυτή σαράντισε η Παναγιά, γι’ αυτό σαραντίζονται και σήμερα οι γυναίκες.

Το Ψυχοσάββατο των Απόκρεω

Είναι αφιερωμένο στις ψυχές των πεθαμένων. Πηγαίνουν στην εκκλησία λειτουργίες για τον παπά και κόλυβα, όπου ο παπάς, μετά τη δέηση για τις ψυχές των νεκρών, διαβάζει τα ονόματα των νεκρών της οικογένειας, που αναγράφονται στο ψυχοχάρτι, πο'χει κάθε οικογένεια. Στο πάνω μέρος του βάζουν κι ένα σταυρό. Οι γυναίκες μοιράζουν τα κόλυβα «για να σχουριθούν τα πιθαμένα». Οι αρβανιτόβλαχοι μοιράζουν και φρέσκο τυρί και φρούτα.

Προλήψεις: Δεν κάνουν καμιά δουλειά, δε λούζονται στο κεφάλι, δε σφουγγαρίζουν, δε καθαρίζουν και δε γνέθουν, για ν' αναπαυθούν οι ψυχές των νεκρών.

Κυριακή των Απόκρεω ή της Κρεατινής

Αποκρεύουμε, δηλ. δεν τρώμε κρέας απ'την επόμενη μέρα ως το Πάσχα. Τρώμε μόνον τυρί, αυγά και άλλα γαλακτερά. Οαπιο (=κρέας), ναΐε (= χωρίς) δηλ. αποχή από κρέας λένε οι Ιταλοί. Απ' αυτό και η λέξη καρναβάλι.

Γίνεται εκκλησιασμός χωρίς καμιά άλλη εκδήλωση, μόνον καίνε λίγα κέδρα το βράδυ και ελάχιστοι γίνονται καρναβάλια. Ντύνονται με ρούχα παππού και μπάμπους μόνο.

Αποκριές

Άλλο πάλι ξεφάντωμα των αγοριών, μικρών και μεγάλων. Απ' το Γενάρη ακόμα με τα κρύα και τα χιόνια αρχίζουν κατά μαχαλάδες να κουβαλούν κέδρα, που τ' αποθηκεύουν σε σίγουρο μέρος και τα φυλάγουν, γιατί φοβούνται μήπως τα κλέψουν οι άλλοι απ' άλλους μαχαλάδες.

Θεωρείται κατόρθωμα μεγάλο το κλέψιμο των κέδρων. Γίνεται άμιλλα ποιος μαχαλάς θα συγκεντρώσει τα περισσότερα κέδρα, που φτάνουν τα 500. ' Αρα θα κάνει και τη μεγαλύτερη κλαδαριά (μεγάλη θημωνιά - σωρός)· τη λένε και μπουμπούνα (γιατί κάνει μπου-μπου όταν καίεται) ή φανό, πυρά, φωτιά.

Την παραμονή της αποκριάς 4-5 μεγάλα παιδιά από κάθε μαχαλά πηγαίνουν στο δάσος και κόβουν ένα στρόπου (λουμάκι, πάσσαλο οξυάς, ίσιο, χοντρό και μεγάλο 5-6 μέτρα), αλλού τον λένε ψήλο, λούρο, τον φέρνουν στους ώμους τους εκεί που έχουν τα κέδρα και τον σκεπάζουν μ' αυτά.

Οι γυναίκες με ανασκουμπωμένα τα μανίκια απ’ τις τριανταφυλλένιες φούστες, με βγαλμένα τα δαχτυλίδια και με δεμένα τα μαλλιά προς τα πίσω με τζιουβρέ (άσπρο τλουπάνι λεπτό) σαν το χρώμα τ' αλευριού, κοσκινίζουν και πλάθουν τις δύο πίτες. Μια πετουρόπιτα σαν την βασιλόπιτα και μια το πατροπαράδοτο σαραγλί (κλωστόπιτα, πίτα με λεπτά φύλλα και στουμπισμέ-να καρύδια, μαζεμένα ένα-ένα στον κλώστη). Το περιχύνουν και με σιρόπι πού το ρίχνουν μετά το ψήσιμο, αφού πρώτα κρυώσει το σαραγλί για καλά' Κάνουν και λαγγίτες, αγοράζουν καραμέλες, σταφίδες, στραγάλια καρύδια, κάστανα και κρασί. Στίς πίτες όμως και λαγγίτες ρίχνουν λάδι για να φάνε τ' απομεινάδια τον Αϊθόδωρο.

Μετά το φαγητό κάνουν τη χάσκα (χάσκουν, ανοίγουν το στόμα τους όλοι για να πιάσουν τ' αυγό). Η μάνα έχει βράσει 4-5 αυγά και τα έχει καθαρίσει. Παίρνει μια κλωστή 1 μ. περίπου και δένει τό'να άκρο της στον κλώστη ή στη ρόκα και με τ' άλλο άκρο της δένει τ' αυγό. Ύστερα κρατώντας τον κλώστη ή τη ρόκα κουνάει την κλωστή και πλησιάζει τρεις φορές τ' αυγό στο κάθε στόμα των μελών της οικογένειας για να το πιάσουν. Όποιος το πιάσει είναι νικητής και το τρώγει. Ακολουθούν γέλια ξεκαρδιστικά. Αν δε φτάσει το ένα αυγό, βάζουν κι άλλο, ώσπου να περάσουν όλοι απ' τη σειρά τους. Στο τέλος καίνε την κλωστή όρθια, όπως είναι δεμένη και αν η στάχτη μείνει άκοπη, θάχουνε καλή σοδειά, αν όχι τ' αντίθετο.

Η χάσκα συμβολίζει: Να κλείσουν το στόμα με αυγό δηλ. να μην αρτυθούνε και με αυγό κόκκινο να τ' ανοίξουν το Πάσχα, δηλ. τότε ν' αρτυθούνε. Κάθε μαχαλάς φροντίζει να κάψει την κλαδαριά του πολύ αργά, τελευταίος, για να πηγαίνουν εκεί οι περισσότεροι και έτσι να θεωρείται νικητής. Για προσανάμματα της κλαδαριάς χρησιμοποιούν μπόλικο δαδί, άχυρο και ξερά κλαδιά, γι' αυτό τη λένε και κλαδαριά.

Τα καρναβάλια, τα τραγούδια και οι χοροί συμβολίζουν τη μετάβαση απ' το χειμώνα στην άνοιξη, απ' το θάνατο στη ζωή και είναι πανάρχαιο έθιμο, κατάλοιπο των αρχαίων Διονυσίων. Μόλις ανάψουν μια κλαδαριά τα κέδρα αρχίζουν να πριτσίζουν, να κάνουν δηλ. πριτς-πριτς, δυνατά. Όλοι τρέχουν εκεί κι αρχίζουν διάφορα αστεία με τα καρναβάλια, τραγούδια και χορούς γύρω της. Μετά ανάβουν και οι άλλες και ο καθένας πηγαίνει στην κλαδαριά του μαχαλά του, τραγουδάει και χορεύει γύρω στη δική του. Ο χορός αυτός μοιάζει με τον πυρίχιο χορό των αρχαίων.

Η φωτιά συμβολίζει την αποτροπή, αποπομπή και κάθαρση του κακού και την πυρολατρεϊα της αρχαίας εποχής.

Καθαρή Δευτέρα

Την Καθαροδευτέρα οι γυναίκες κάνουν γενική καθαριότητα στο σπίτι. Πλένουν το σουφρά και τα μαγειρικά σκεύη, τα βράζουν στο καζάνι μ' αλυσίβα (κατασταλαή, ζεστό σταχτόνερο) για να φύγουν οι λιπαρές ουσίες και κοπανίζουν σιτάρι, έτσι: Το, βρέχουν σε κακάβι (χάλκινο γανωμένο καρδάρι) με ζεστό νερό και μετά το βάζουν στον τροβά (σακούλι μάλλινο, ταγάρι) που το δένουν για να μη χυθεί το σιτάρι και το βάζουν πάνω σε χοντρή, ίσια πέτρα και το κοπανίζουν με τον κόπανο ώσπου να βγει η φλούδα του. Το πλένουν με κρύο νερό, το βράζουν στο κακάβι και τ' ανακατώνουν συχνά για να μη τσικνώσει (καεί). Το κατεβάζουν απ' τη φωτιά, τ' αφήνουν να κρυώσει, ρίχνουν ζάχαρη και καρύδια στουμπισμένα, τ' ανακατώνουν και τρώνε αρκετές μέρες. Είναι δε νοστιμότατο, γιατί πηχτώνει το ζουμί και τρώγεται μ' ευχαρίστηση απ' όλους.

Απ' τη μέρα αυτή αρχίζει η νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής για το Πάσχα. Λέγεται δε μεγάλη, γιατί περιμένουμε τη Μ. Εβδομάδα, τα Μ. και Άγια Πάθη του Χριστού. Διαρκεί 50 μέρες και γίνεται καθημερινή λειτουργία στην εκκλησία. Δεν τρώνε κρέας, αυγά, τυρί κ.ά. γαλακτερά, αλλά νηστήσιμα φαγητά, σαρακοστιανά: "Οσπρια, λαχανικά και άλλα λαδερά, χαλβά, ελιές, τουρσιά. Η νηστεία γίνεται για λόγους υγείας και για τήρηση των παραγγελιών της Εκκλησίας.

Γάμοι και άλλα γλέντια δε γίνονται, γιατί περιμένουν το Πάσχα, τ' Άγια Πάθη του Χριστού, όπως είπαμε.

Μερικές γριές, τις τρεις αυτές μέρες, κρατάνε αυστηρή νηστεία, ούτε ψωμί τρώνε κι ούτε νερό πίνουν και τις λένε τριμερίτσες. Αυτές θα πάνε στον Παράδεισο λένε οι άλλες. Κι αυτό το κάνουν για να μην υποκύψουν στον πειρασμό του σατανά. Την Τετάρτη απόγευμα, μετά τον Εσπερινό έτρωγαν νερόβραστες ψιρούτζ δηλ. σαν τον τραχανά, αλλά φτιαγμένες χωρίς γάλα.

Παράδοση: Επί τουρκοκρατίας οι Τούρκοι για ν' αναγκάσουν τους χριστιανούς ν' αρτυθούν την Καθαροδευτέρα, διέταζαν όλους τους φουρναραίους να ρίξουν στο ζυμάρι χοιρινό λίπος. Κάποιος φούρναρης ειδοποίησε όλο το χωριό, ότι οι Τούρκοι έριξαν λίπος στο ψωμί, κι έτσι δεν πήραν ψωμί κι έτρωγαν επί τρεις μέρες κοπανιστό σιτάρι. Αν καμιά απ' τις τριμερίτσες πεθάνει το τρίμερο αυτό, την παραχώνουν στην κοπριά, δε συχωριέται και λένε: «Δεν έπριπι να κρατήσει νηστεία, αφού δε μπουρούσι να κρατήσει, να ταλιπουρήσει την ψυχή τ'ς», αυτό το θεωρούσαν αυτοκτονία.

Τ' Αϊθόδωρου (Του Αγίου Θεοδώρου)

Η μέρα αυτή είναι το πρώτο ψυχοσάββατο μετά τις αποκριές. Κάνουν ό,τι κάνουν και τ' άλλα δυο προηγούμενα ψυχοσάββατα, αλλά και κάτι άλλο αξιοσημείωτο: Την παραμονή οι σπιτικοί των Θοδωράδων, που γιορτάζουν, πηγαίνουν στην εκκλησία βρασμένο σιτάρι. Μετά τον εσπερινό, ο παπάς σκορπάει λίγο απ' αυτό μπροστά στην Ωραία Πύλη. Το παίρνουν τα κορίτσια και το βάζουν πριν κοιμηθούν κάτω απ' το προσκέφαλο, όπου τ' αφήνουν τρεις βραδιές, για να ιδούν στ' όνειρο, ποιον θα παντρευτούν, τον εκλεκτό ,τον καλό της καρδιάς τους. Αν ιδούν γνωστό χωριανό τους, θα τον πάρουν, αν ιδούν άγνωστο, θα παντρευτούν σε ξένο μέρος. Τ' όνειρο πολλές φορές αληθεύει (ονειρομαντεία).

Το πρωί πηγαίνουν όλοι στην εκκλησία και μεταλαβαίνουν, όσοι νήστεψαν. Δεν δουλεύει κανένας. Τηρούν πιστά την παροιμία: Πανάθιμα ποιος δούλιυι τα τρία καλά Σαββάτα την Κριατινή, την Τυρινή κι τ' μέρα τ' Αϊθοδώρου! δηλ. τα Σάββατα: της Κρεατινής, Τυρινής και του Αγίου Θεοδώρου. Μετά την εκκλησία πηγαίνουν στα σπίτια τους και τρώνε χωρίς γλέντια, ό,τι απόμεινε απ' τις απόκριες (τα κούλουμα).

Παροιμία: Θόδουρι κι πιντακόσια πάρι τ' άλουγου κι κόσια (τρέχα).

Τ'ς Ουρθουδοξίας (Κυριακή της Ορθοδοξίας)

Είναι η πρώτη Κυριακή των Νηστειών. Παλιότερα μετά τη θεία λειτουργία γίνονταν συλλείτουργο (λειτουργούσαν δυο παπάδες) και μνημόσυνο για τους Μεγάλους Ευεργέτες του χωριού μας, τους Γαλιλαίους. Μεταπολεμικά (μετά το 1940) γίνεται μαζί και με τους άλλους ευεργέτες στις 16 Αυγούστου.

Παροιμίες Ου Φλιβάρις κι αν χιουνίσει παλ' η άνοιξη θ'ανθίσει. • Ου Φλιβάρης μι νιρό κουτσός μπαίνει στου χουρό. • Ου Φλιβάρις κι αν φλιβίσει καλουκαίρι θα μυρίσει, μα κι αν τύχει κι θυμώσει μέσ' στα χιόνια θα μας χώσει • Κι συ κούρβα (πουτάνα) μυγδαλιά κι συ κρυφουκρανίτσα που γέλασις τα ίπουρα (οπωρικά) κι άνοιξαν του χειμώνα.