17
Μάης (Μάϊος)
Πρωτομαγιά (η πρώτη του Μάη)
Είναι η γιορτή των λουλουδιών και όλων των εργατών της γης, ο μήνας της χαράς και της ζωής, της μυροβόλας άνοιξης, της ομορφιάς και του έρωτα! Με το γλυκοχάραμα όλα τα κορίτσια στολισμένα με τις γραφικές ντόπιες φορεσιές, χαρούμενα παίρνουν τις μπούκλες (βουτσέλες, ξύλινα δοχεία νερού) και τα γκούμια και ξεκινούν για τις εξωτερικές βρύσες,να πάρουν καινούργιο (φρέσκο), Μαΐσιο νερό.
Τ' αφήνουν εκεί και ξεχύνονται στα ολοπράσινα και μυρωμένα λιβάδια τραγουδώντας και χορεύοντας Μαγιάτικα τραγούδια, για να μάσουν πολύχρωμα λουλούδια (αγιόκλημα, μάραντα, ίτσια και πανσέδες). Μαζεύουν, αλλά πλέκουν και στεφάνια. Το ένα το βάζουν στο κεφάλι. Επιστρέφουν, γεμίζουν με νερό και στολίζουν τις μπούκλες με λουλούδια και γυρίζουν στα σπίτια τραγουδώντας και γελαστές. Στην εξώπορτα κρεμούν τ' άλλο στεφάνι και το μπουκέτο με τα λουλούδια το βάζουν σε ένα ποτήρι, που το τοποθετούν στο τζάκι ή στο τραπέζι.
Η πρωινή έξοδος στην εξοχή είναι γενική (μικροί και μεγάλοι) για να μάσουν λουλούδια και να πιάσουν το Μάη ή μαγιόξυλο (φαλός = ομοίωμα ανδρικού μορίου από ξύλο ή πηλό) σύμβολο καρποφορίας και να ξαπλώσουν στα χόρτα και στα λουλούδια, στους λουλουδότοπους.
Γυρίζουν στα σπίτια, παίρνουν την προετοιμασία τους και ξαναβγαίνουν παρέες παρέες, όπου ψένουν και γλεντούν ως το βράδυ. Επιστρέφουν τραγουδώντας και χορεύοντας. Τς Ανάληψης (Της Αναλήψεως του Σωτήρος, 40 μέρες από το Πάσχα). Εκκησιάζονται. Τι πιστεύουν:
Για καλό τρώνε μερικοί το διαβασμένο αυγό, που είχαν στη τσέπη τους την ημέρα της Ανάστασης στην εκκλησία, γιατί τότε τελειώνει το «Χριστός Ανέστη». Τα κορίτσια δε χτενίζονται και δε λούζονται για να μη αναληφθούν (πέσουν) τα μαλλιά τους. Δε ζυμώνουν και δε δανείζουν ψωμί και λεφτά, για να μη τους λείψουν (αναληφθούν). Όσοι έπασχαν από κασίδα ή άλλες δερματικές αρρώστιες, για θεραπεία πήγαιναν στο ποτάμι και πλύνονταν στο μέρος που έπασχαν.
Τ' Αρσάλια (Η Κυριακή της Πεντηκοστής, 50 μέρες μετά το Πάσχα). Η λέξη αρσάλια ή ρουσάλια προέρχεται απ' την ιταλική λέξη Κουκαΐία, που σημαίνει ψυχές του Μάη (άνοιξης). Λέγεται και ρυσάλια απ' το ρήμα ρύομαι = σώζω. Άλλοι απ' τη λέξη ΓΟ8Η = τριαντάφυλλο, που στόλιζαν τους τάφους των προγόνων με τριαντάφυλλα. Γενικός εκκλησιασμός στην ίδια πάλι εκκλησία, γι' ανάμνηση της κατάπεμψης του Αγίου Πνεύματος στους μαθητές του Κυρίου και για την ίδρυση της 1ης Χριστιανικής Εκκλησίας στα Ιεροσόλυμα το 33 μ.Χ. από τον Κ.Η.Ι.Χ. (Γενέθλια της Εκλησίας μας). «Μητρόπολιν Εορτών» την ονομάζει ο Χρυσόστομος.
Πρωί πρωί πηγαίνουν στο νεκροταφείο, ανάβουν κεριά, βάζουν λουλούδια στους νεκρούς τους και μοιρολογούν. Γυρίζουν στο σπίτι, παίρνουν τη λειτουργία, τη δίνουν στον παπά και ανάβουν κεριά στην εκκλησία, όπου ο παπάς μοιράζει καρυδόφυλλα, που βάζουν στα γόνατα, όταν γονατίζουν για σεβασμό προς τους νεκρούς και σκύβουν για να μη εμποδίζουν τις ψυχές των νεκρών, που μαζί με την Ανάσταση του Χριστού, αναστήθηκαν και φτερουγίζουν γύρω τους.
Πιστεύουν επίσης ότι προσωρινή κατοικία τους έχουν τα φύλλα των δέντρων όπου κάθονται σαν δροσοσταλίδα σ' αυτά και περιμένουν την Ανάσταση του Χριστού για να επιστρέψουν στη μόνιμη κατοικία τους, στον Άδη (Κάτω Κόσμο).· Στον Παράδεισο ή στην Κόλαση.
Τα καρυδόφυλλα βάζουν στα μάλλινα ρούχα για να μη τα φάει ο σκόρος. Καίνε και τις καμένες λαμπάδες, που τους έμειναν το Πάσχα, για υγεία-, τους και για συχώριο των νεκρών τους. Μετά την απόλυση, επιστρέφουν στα σπίτια τους, παίρνουν τις πίτες και τα κόλυβα, καλοφτιαγμένα με ζάχαρη και καρύδια, τα αλληλομοιράζουν πίσω απ' την Εκκλησία και στον Νικολούσιο κατά μαχαλάδες, δίνουν και στους τυχόν περαστικούς «να σχωρεθούν τα πεθαμένα».
Οι αρβανιτοβλάχισσες μοιράζουν και την παραμονή το βράδυ, στα σπίτια ψωμί, και φρέσκο τυρί και τα ρουσάλια, ό,τι και οι γυναίκες μας. Τς Αϊτριάδας (Της Αγίας Τριάδας): ' Ολα τα κορίτσια και οι νύφες ακόμα πήγαιναν και βοτάνιζαν τα χωράφια του Μοναστηριού μας, γιατί είχε πολλά και έσκαβαν και τ' αμπέλια του, τραγουδώντας το: Αμπέλι μου πλατύφυλλου κι κουντουκλαδημένου... κ.ά. Έρχονταν και γυροχωρίτισσες απ' το Κάν-τσικο, τη Ζέρμα, τη Ζούζουλη και το Μπουρμπουτσκό. Τραγουδούσαν, χόρευαν και έλεγαν και διάφορα αστεία. Το δε Μοναστήρι τις τάιζε και έτρωγαν όλες μαζί (κοινά συσσίτια). Οι δικές μας πήγαιναν και τις Κυριακές ακόμα και βοτάνιζαν.
Παροιμίες:
Μάης άβριχους χρουνιά ηυτυχισμένη Ο Μάης μι λουλούδια μι χαρές κι μι τραγούδια.

