ΣΧΗΜΑ ΣΠΙΤΙΩΝ - ΘΕΜΕΛΙΑ - ΓΛΕΝΤΙ

«Σπίτι μου σπιτάκι μου κι φτουχουκαλυβάκι μου»

Παλιότερα στο χωριό μας υπήρχαν 50 μαστόροι (χτίστες, τεχνίτες, οικοδόμοι), περίπου. Αργότερα όμως λιγόστεψαν και έμειναν 20 (3-4 παρέες) και σήμερα έχουμε μόνον τρία άτομα. Μάστορα όμως λέμε και όποιον ξέρει άλλη τέχνη.

Στο χωριό μας δε δούλευαν μόνον Φουρκιώτες μαστόροι, αλλά κι απ' τα γύρω χωριά: Ζούζουλη, Μπουρμπουτσκό, Ζέρμα, Κάντσικο, Μπλίσδιανη, Καστιάνιανη, Κεράσοβο, ακόμα κι απ' το μακρινό Ζουπάνι (Πεντάλοφο) Κοζάνης.

Σχήμα σπιτιών: Ήταν στενόμακρο (ορθογώνιο) και μερικά με καλαμάρι (Γ ή Π κεφαλαίο). Όλα ήταν λιθόχτιστα και με λασπόχωμα. Μόνο των πλουσίων χτίζονταν με ασβέστη και άμμο. Τα προτιμούσαν προσηλιακά, με νοτιοανατολικό προσανατολισμό και στη νότια πλευρά ήταν η εξώπορτα-(κύρια είσοδος). Τα περισσότερα ήταν δίπατα (διώροφα) και τ' άλλα τρίπατα (τριώροφα). Λίγα ήταν στρωτά (ισόγεια), χωρίς υπόγειο. Είχαν μόνον μια κάμαρα (δωμάτιο). Σε μιαν άκρη της ήταν στοιβαγμένα τα κλινοσκεπάσματα, κι αριστερά απ' την είσοδο η αποθηκούλα για τα τρόφιμα. Των πλουσίων είχαν και πολεμίστρες (στενόμακρες τρυπούλες, μετερίζια) στα υπόγεια δεξιά κι αριστερά απ' την εξώπορτα, για ν' αποκρούουν τους κλέφτες και τους Τουρκαλβανούς, που τους πλατσικολογούσαν.

Θεμέλια: Σύμφωνα με τα ήθη και έθιμα του τόπου, μετά το σκάψιμο των θεμελίων και πριν βάλουν τα θεμέλια (θεμέλιο λίθο) καλούσαν τον παπά, τους συγγενείς, γειτόνους και φίλους για τον αγιασμό. Με τ' αγιασμένο νερό γέμιζαν 4 μπουκαλάκια και τα έβαζαν στις 4 γωνιές των θεμελίων. Επειτα έσφαζαν αρνί στα θεμέλια (θυσία) για να στεριώσει το σπίτι (στοιχειώσει, όπως το γεφύρι της Άρτας), έβαζαν το ένα αγκωνάρι (πελεκητή πέτρα με γωνιές) και μετά τις 3 άλλες γωνιές των θεμελίων, κι έριχναν όλοι χρήματα στα θεμέλια, που τα 'παιρναν οι μαστόροι. Αλλά για όλες όμως αυτές τις γωνίες του σπιτιού έκαμναν χωριστή συμφωνία, γιατί είχαν περισσότερη δουλειά.

Γλέντι: Ακολουθούσε το ζιαφέτι (φαγοπότι, γλεντοκόπι) με λαγγίτες (τηγανίτες) και κρασί του σπιτονοικοκύρη και λαγγίτες των καλεσμένων, με τραγούδια και χορούς. Πρώτος άρχιζε ο σπιτονοικοκύρης με το τραγούδι: Ν' ιγώ 'χου χρόνους πάνου δυο να στη σου πιροβόλι, βάζου μηλιές κι κυδουνιές, νιράντζιου κι λιμόνι κι κόκκινις τριανταφυλλιές αντάμα μι. τις άσπρις. Σαν τ' άκουσαν κι τα πουλιά της άνοιξης τ' αηδόνια πασά προυίτσα κιλαηδούν προυί κι μισημέρι στου πιριβόλι μπήκανι κι στήσαν τη φουλιά τους. Ύστερα συνεχίζουν οι άλλοι με το τραγούδι: Σ' αυτό του σπίτι που 'ρθαμι πέτρα να μη ραγίσει κι ου νοικουκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει, ν' ασπρίσει να γηράσει σαν του Γερουέλυμπου. Το κρέας του σφαχτού το μαγείρευαν και φίλευαν (έκαναν τραπέζι) τους μαστόρους άλλη μέρα.